H χρήση των αντιβιοτικών στις λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού©

Υπό του Δρ. Δημητρίου Ν. Γκέλη - MD, ORL, DDS, PhD, Medical Life Coach

Οι λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος ευθύνονται για τις επισκέψεις εκατομμυρίων σθενών στους γιατρούς κάθε χρόνο σε όλες τις χώρες του κόσμου.

Αν και οι γιατροί και το κοινό σήμερα είναι πληροφορημένοι για τη σωστή χρήση των αντιβιοτικών, εν τούτοις ακόμη και σήμερα γίνεται κατάχρηση των αντιβιοτικών.

Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης,

Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών, Δαμασκηνού 46, Κόρινθος 20100, τηλ. 2741026631, 6944280764, e-mail: pharmage@otenet.gr

www.gelis.gr,

www.gkelanto.gr,

www.allergopedia.gr,

www.orlpedia.gr

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ: ΩΡΛ Αλλεργία, Εμβοές αυτιών, κακοσμία στόματος, Ροχαλητό, Βαρηκοία , Εμβοές αυτιών, Ίλιγγος, Διαταραχές οσφρήσεως και γεύσης, Διαταραχές της φωνής, ΩΡΛ ογκολογία, Γηριατρική, βιταμίνη D

Προληπτική Ιατρική, Ιατρική Διατροφολογία, Συμπληρωματική Ιατρική, Περιβαλλοντική Ιατρική, Κόκκινο κρασί και Υγεία, Βιταμίνη D

Παγκοσμίως έχουν διατυπωθεί κατευθυντήριες οδηγίες για η χρήση των αντιβιοτικών, τις ενδείξεις και τις αντενδείξεις τους και ιδιαίτερα για τη χρήση τους στις λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος . Έτσι μπορεί να απαιτηθεί η έγκαιρη χορήγηση αντιβιοτικού στην οξεία μέση ωτίτιδα, , στη φαρυγγίτιδα από βήτα αιμολυτικό στρεπτόκοκκο ομάδας Β, την επιγλωττίτιδα ή τη βρογχίτιδα που οφείλεται σε κοκίτη. Οι επίμονες περιπτώσεις ρινοκολπίτιδας μπορεί να χρειάζονται τη χρήση αντιβιοτικού , εφόσον επιμένουν τα συμπτώματα, πέραν της περιόδου παρακολούθησης του ασθενούς.

Τα αντιβιοτικά δεν θα πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με απλό κρυολόγημα ή λαρυγγίτιδα. Η δικαιολογημένη χορήγηση αντιβιοτικού που παίρνεται με τεκμηριωμένη απόφαση προλαβαίνει την εκδήλως παρενεργειών, την ανάπτυξη αντίστασης των μικροοργανισμών στα αντιβιοτικά και περιορίζει τις άσκοπες δαπάνες για την υγεία [1].

Οξεία ρινοκολπίτιδα και αντιβιοτικά

Προηγηθείσες έρευνες έχουν απορρίψει την ανάγκη της χορήγησης αντιβιοτικών για τη θεραπεία της οξείας ρινοκολπίτιδας , εκτός αν τα συμπτώματα είναι σοβαρά. Παρά τούτο, σε μια νεότερη μελέτη, βρέθηκε ότι ακόμη και σ’αυτή την περίπτωση η συνταγογράφηση αντιβιοτικών ελάχιστες φορές δικαιολογείται [2].

Τα πιθανά οφέλη της χορήγησης αντιβιοτικών στη θεραπεία της κλινικά διαγνωσμένης οξείας ρινοκολπίτιδας θα πρέπει θεωρούνται μέσα σα πλαίσια της υψηλής επίπτωσης των παρενεργειών τους. Λαμβάνοντας υπόψη την αντίσταση των αντιβιοτικών και την πολύ μικρή συχνότητα των σοβαρών επιπλοκών τους έχει βγει το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει χώρος για τα αντιβιοτικά στους ασθενείς που είναι κλινικά διαγνωσμένοι με μη επιπεπλεγμένη οξεία ρινοκολπίτιδα.

Βέβαια αυτή η θέση δεν μπορεί να ισχύσει για τα παιδιά , για τους ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς και τους ασθενείς που πάσχουν από σοβαρή νόσο, διότι δεν έχουν γίνει κλινικές μελέτες σ' άυτές τις ομάδες του πληθυσμού [3].

Χρονία ρινοκολπίτιδα και αντιβιοτικά

Η American Academy of Allergy, Asthma, and Immunology; the American College of Allergy, Asthma and Immunology; and the Joint Council of Allergy, Asthma and Immunology, ήδη από το 2005 ανακοίνωσε τις κατευθυντήριες οδηγίες, για την θεραπεία της ρινοκολπίτιδας [4].

Στις οδηγίες αυτές, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο γεγονός ότι, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων χρόνιας ρινοκολπίτιδας, η φλεγμονώδης αντίδραση δεν οφείλεται σε βακτηριακά αίτια. Η τοποθέτηση αυτή αλλάζει ριζικά την κλασική θεραπευτική προσέγγιση της χρόνιας ρινοκολπίτιδας.

Όλες οι σχετικές μελέτες φαίνεται να καταλήγουν στη βεβαιότητα, ότι οι επανειλημμένες χορηγήσεις αντιβιοτικών δεν αποτελούν τη λύση του θεραπευτικού προβλήματος στους ασθενείς που πάσχουν από χρόνια ρινοκολπίτιδα και οι χειρουργικές επεμβάσεις δεν οδηγούν πάντα στην ίαση.

Ο Raymond G. Slavin, MD, MS, FAAAAI καθηγητής της παθολογίας και διευθυντής της μονάδας αλλεργίας και ανοσολογίας στο St. Louis University School of Medicine, αναφέρει ότι γίνεται μεγάλη ερευνητική προσπάθεια για να προσδιοριστεί ο μηχανισμός που οδηγεί σε αυτή τη ‘χρόνια φλεγμονή’.

Βασικός λόγος αυτής της προσπάθειας είναι ότι, η χρόνια ρινοκολπίτιδα είναι μια πολύ συνηθισμένη νοσολογική κατάσταση, που πολλές φορές μάλιστα διαλάθει της διάγνωσης ή αντίθετα υπερδιαγνώσκεται και εν πάση περιπτώσει, κοστίζει πολλά εκατομμύρια δολάρια και οπωσδήποτε επηρεάζει έμμεσα την ευημερία και την ποιότητα ζωής των πασχόντων, παρά το γεγονός ότι έχουν γίνει πολλές πρόοδοι στην αντιμετώπιση των λοιμώξεων.

Η διαπίστωση ότι η πλειοψηφία των λοιμώξεων του ανώτερου αναπνευστικού είναι ιογενούς και όχι βακτηριδιακής αιτιολογίας, αποτελεί την ειδοποιό διαφορά για την νέα αντίληψη στην θεραπευτική προσέγγιση της χρόνιας ρινοκολπίτιδας.

Με βάση αυτή τη διαπίστωση, η ομάδα που έδωσε τις νέες κατευθυντήριες αρχές θεραπείας, συμβουλεύει να παρακολουθούνται οι ασθενείς για 10-14 ημέρες, πριν αποφασίσουμε την χορήγηση αντιβιοτικού, εκτός και αν έχει εγκατασταθεί μια άκρως τοξική αντίδραση, η οποία συνοδεύεται από πυρετό, επίμονο άλγος, πυώδεις εκκρίσεις, κλπ.

Όλοι γνωρίζουμε τη σταθερά αυξανόμενη αντίσταση των μικροβιακών λοιμώξεων στα αντιβιοτικά και μάλιστα σε εκείνα που αφειδώς και άσκοπα χορηγούνται σε ιογενείς λοιμώξεις. Η αντίσταση αυτή των μικροβιακών λοιμώξεων, τα τελευταία χρόνια παίρνει επικίνδυνες διαστάσεις και μπορεί να έχει στο μέλλον δραματικές επιπτώσεις στη προσπάθεια ελέγχου των λοιμώξεων. Η μη χορήγηση αντιβιοτικών σε ιογενείς λοιμώξεις του ανωτέρου αναπνευστικού και ρινοκολπίτιδες, αποτελεί ηθική υποχρέωση του θεράποντος γιατρού. Μετά μάλιστα την κατάλληλη ενημέρωση, οι ασθενείς συμμορφώνονται και δεν λαμβάνουν αντιβίωση όταν η κλινική τους εικόνα δεν το επιβάλλει [4].

Οι νέες καθοδηγητικές γραμμές τονίζουν επίσης και άλλους προδιαθεσικούς παράγοντες στη ρινοκολπίτιδα, όπως:

Η αλλεργική ρινίτιδα, αν δεν θεραπευτεί σωστά και συστηματικά, μπορεί να έχει σαν επιπλοκή την ρινοκολπίτιδα. Ενώ η αλλεργική και η χρονία ρινοκολπίτιδα είναι συνηθισμένες διεθνώς, φαίνεται ότι οι ασθενείς που πάσχουν και από τις δύο νόσους υποφέρουν από σοβαρότερα συμπτώματα και είναι πολύ πιθανό να χρειαστούν χειρουργική θεραπεία της μύτης, πράγμα που δεν ισχύει , όταν υπάρχει μόνον η μία από αυτές τις νόσους [5].

Οι ρινοκολπικές ανατομικές παραλλαγές και ιδιαίτερα οι υποκογχικές και οι μετωπιαίες ενδοκολπικές κυψέλες των ασθενών με αλλεργική ρινίτιδα σχετίζονται με την ανάπτυξη της χρονίας ρινοκολπίτιδας. Η ύπαρξη αυτών των παραλλαγών εντοπίζει ασθενείς, οι οποίοι θα πρέπει να ενημερώνονται ότι αν παραμελήσουν ή εφαρμόσουν πλημμελώς τη θεραπεία της αλλεργικής τους ρινίτιδας είναι υποψήφιοι να πάθουν και χρονία ρινοκολπίτιδα [6].

Οι πρόσφατες έρευνες έδειξαν ότι η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση δεν αποτελεί αιτία πρόκλησης χρονίας ρινοκολπίτιδας. Παρά τούτο υπάρχουν ενδείξεις ότι υπάρχει ένα ρινοοισοφαγικό αντανακλαστικό, που αφορά ιδιαίτερα την έκκριση βλέννας και τα συμπτώματα του οπισθορρινικού κατάρρου Η παρουσία λοιπόν της γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης αναμένεται να επιδεινώσει τη ρινιτική συμπτωματολογία. Η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση μπορεί να αποτελέσει προδιαθεσικό παράγοντα για εκδήλωση ρινοκολπίτιδας [7].

Οι ιογενείς λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού μπορεί να οδηγήσουν σε βακτηριδιακή ρινοκολπίτιδα ή να επιδεινώσουν την ήδη υπάρχουσα.

Στην πρωτοβάθμια περίθαλψη θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην επιθετική, έγκαιρη θεραπευτική αγωγή της αλλεργικής ή μη αλλεργικής ρινίτιδας.

Τα αποσυμφορητικά, τοπικής χρήσης σκευάσματα αποδεικνύονται ευεργετικά. Πρέπει πάντα να χρησιμοποιούνται πολύ προσεκτικά, για σύντομο χρονικό διάστημα και να λαμβάνονται κατά νου οι παρενέργειές τους στα ηλικιωμένα άτομα και τα παιδιά.

Τα ενδορρινικά στεροειδή, αλλά και τα αντιισταμινικά ελέγχουν σε σημαντικό βαθμό την φλεγμονή της ρινίτιδας και αναχαιτίζουν την προδιάθεση για εμφάνιση ρινοκολπίτιδας.

Η χρήση των τοπικών φαρμακευτικών σκευασμάτων γίνεται πολύ αποδοτικότερη όταν συνδυάζεται με συστηματική πλύση του ρινικού βλεννογόνου με υπέρτονο διάλυμα φυσιολογικού ορού ρυθμιζόμενου pH [Osmoclean Hypertonic Nasal spray] και ψεκασμούς με εκνέφωμα σησαμελαίου , μαστιχελαίου και βιταμίνης Ε (Rhinosisam nasal spray).

Στα άτομα της τρίτης ηλικίας η χρόνια ρινοκολπίτιδα αναφέρεται ως ένα από τα συχνά ΩΡΛ νοσήματα, όπως και η επίμονη αλλεργική ρινίτιδα η οποία μάλιστα φαίνεται να προδιαθέτει στην εμφάνιση και εμμονή της ρινοκολπίτιδας.

Η διαδικασία της γήρανσης περιορίζει την παραγωγή βλέννας και ως εκ τούτου η ξηρότητα του ρινικού βλεννογόνου είναι συχνά απαντημένο εύρημα σε αυτά τα άτομα. Δημιουργεί δυσφορία και οπωσδήποτε προδιαθέτει στην εμφάνιση χρόνιας φλεγμονής. Εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι η συστηματική ύγρανση του ξηρού γερασμένου βλεννογόνου με ψεκασμούς υπέρτονου φυσιολογικού ορού, ρυθμιζόμενου pH, ανακουφίζει τον ασθενή, δρα ανασταλτικά στο φαύλο κύκλο της χρόνιας φλεγμονής και ανατρέπει τις προδιαθεσικές για επιμόλυνση συνθήκες. Η ξηρή ρινίτιδα επίσης ανακουφίζεται σημαντικά με ρινικούς ψεκασμούς Rhinosisam nasal spray.

Στις κατευθυντήριες οδηγίες για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της χρόνιας ρινοκολπίτιδας, γίνεται προφανές ότι η έγκαιρη συμπτωματική αντιμετώπιση της ρινίτιδας, των ιογενών λοιμώξεων του ανωτέρου αναπνευστικού και η θεραπεία της γαστρο-οισοφαγικής παλινδρόμησης, περιορίζουν των αριθμό των προσβολών και οδηγούν σε θεραπευτικό αποτέλεσμα χωρίς πάντα να είναι απαραίτητη η χρήση αντιβιοτικών.

Είναι γνωστό ότι για τη θεραπεία της χρονίας ρινοκολπίτιδας, συχνά, δεν αρκεί η θεραπεία με ενδορρινικά κορτικοστεροειδή, αντιβιοτικά που χορηγούνται για σύντομο χρονικό διάστημα καθώς και η χειρουργική θεραπεία. Ως θεραπευτική επιλογή σ’ αυτούς τους ασθενείς έχει προταθεί η πολυήμερη χορήγηση αντιβιοτικού. Η πολυήμερη χορήγηση αντιβιοτικού σε μικρή δόση φαίνεται να βελτιώνει τα συμπτώματα της χρονίας ρινοκολπίτιδας και την εικόνα του βλεννογόνου κατά τη ρινοκολπική ενδοσκόπηση. Παρά τούτο όμως, σ’ αυτό το στάδιο, δεν υπάρχουν τεκμηριωμένα ακόμη συμπεράσματα αυτής της αγωγής , διότι δεν έχουν γίνει συγκριτικές μελέτες με εικονικό φάρμακο. Γιαυτό το λόγο χρειάζεται να γίνουν αυτές οι έρευνες [8].

Η χρονία ρινοκολπίτιδα, που δεν έχει αλλεργικό υπέδαφος και δεν οφείλεται σε μύκητες συνοδεύεται από δυσλειτουργία του ρινοκολπικού βλεννογόνου, πράγμα που συμβάλλει στη χρονιότητα της νόσου, συχνές υποτροπές της και την καθιστά δυσίατη. Ανέκδοτες αναφορές έχουν γίνει από αρκετούς Έλληνες ωτορινολαρυγγολόγους, αλλά και τον γράφοντα για την επιτυχή αντιμετώπιση της χρονίας ρινοκολπίτιδας με τη χρήση ρινικών ψεκασμών υπέρτονου διαλύματος φυσιολογικού ορού με ουδέτερο pH (Osmoclean Hypertonic Nasal spray, σε δόση 3 ψεκασμών ανά 2-3 ώρες για δύο εβδομάδες) και την ταυτόχρονη χρήση ρινικών ψεκασμών σησαμελαίου, μαστιχελαίου και βιταμίνης Ε (Rhinosisam nasal spray σε δόση 3 ψεκασμών, κάθε τρεις ώρες για 30 ημέρες.

Ο καθαρισμός των ρινικών κοιλοτήτων με το Osmoclean Hypertonic Nasal spray απομακρύνει τις τοξικές εκκρίσεις που περιέχουν ισχυρούς χημικούς μεσολαβητές πρόκλησης χρονιότητας της φλεγμονής, ενώ οι ψεκασμοί με το Rhinosisam nasal spray ασκούν ισχυρή αντιοξειδωτική δράση (σησαμέλαιο, βιταμίνη Ε) και ισχυρή τοπική αντιμικροβιακή δράση (μαστιχέλαιο).

Ανεξάρτητα από τη χρήση φαρμάκων, αντιβιοτικών και αντιοξειδωτικών επιδιώκεται και η ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος των ασθενών με χρονία ρινοκολπίτιδα με τη χορήγηση σταγόνων βιταμίνης D3 εν ελαίω (D3-Gkelin drops). Η βιταμίνη D3 ασκεί ανοσοτροποποιητικό αποτέλεσμα, που ασκεί ισχυρή επίδραση στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

Η βιταμίνη D3 ρυθμίζει τους μηχανισμούς που καταστέλλουν τη φλεγμονώδη αντίδραση και κατευθύνουν τη διαφοροποίηση των ανοσοκυττάρων. Η έλλειψη βιταμίνη D3 (επίπεδα της 25 υδροξυβιταμίνης D3 <20ng/ml) έχει δείξει ότι παίζει σημαντικό ρόλο στην πρόκληση του άσθματος και της χρονίας ρινοκολπίτιδας [9, 10]. Αυτή η γνώση και η αντίληψη πλέον ότι, όλος ο βλεννογόνος της αεροφόρας οδού αποτελεί μια ενιαία λειτουργική οντότητα καθιστούν της βιταμίνης D3 κρίσιμο παίκτη στην πρόκληση χρονία ρινίτιδας και ρινοκολπίτιδας [9].

Βιβλιογραφία

1. Zoorob R, Sidani MA, Fremont RD, Kihlberg C Antibiotic use in acute upper respiratory tract infections. Am Fam Physician. 2012 Nov 1;86(9):817-22.

2. Boisselle C, Rowland K. PURLs: Rethinking antibiotics for sinusitis--again. J Fam Pract. 2012 Oct;61(10):610-2.

3. Lemiengre MB, van Driel ML, Merenstein D, Young J, De Sutter AI. Antibiotics for clinically diagnosed acute rhinosinusitis in adultsCochrane Database Syst Rev. 2012 Oct 17;10:CD006089.

4. Slavin RG, Spector SL, Bernstein IL, Kaliner MA, Kennedy DW, Virant FS, Wald ER, Khan DA, Blessing-Moore J, Lang DM, Nicklas RA, Oppenheimer JJ, Portnoy JM, Schuller DE, Tilles SA, Borish L, Nathan RA, Smart BA, Vandewalker ML; American Academy of Allergy, Asthma and Immunology; American College of Allergy, Asthma and Immunology; Joint Council of Allergy, Asthma and Immunology. The diagnosis and management of sinusitis: a practice parameter update. J Allergy Clin Immunol. 2005 Dec;116(6 Suppl):S13-47.

5. Lin SY, Reh DD, Navas-Acien A. Allergic rhinitis, chronic rhinosinusitis, and symptom severity: a population-based study. Int Forum Allergy Rhinol. 2012 Jan-Feb;2(1):51-6. doi: 10.1002/alr.20102. Epub 2011 Nov 8.

6. Sedaghat AR, Gray ST, Wilke CO, Caradonna DS. Risk factors for development of chronic rhinosinusitis in patients with allergic rhinitis. Int Forum Allergy Rhinol. 2012 Sep;2(5):370-5. doi: 10.1002/alr.21055. Epub 2012 May 30.

7. Hanna BC, Wormald PJ. Gastroesophageal reflux and chronic rhinosinusitis. Curr Opin Otolaryngol Head Neck Surg. 2012 Feb;20(1):15-8.

8. Videler WJ, van Hee K, Reinartz SM, Georgalas C, van der Meulen FW, Fokkens WJ. Long-term low-dose antibiotics in recalcitrant chronic rhinosinusitis: a retrospective analysis. Rhinology. 2012 Mar;50(1):45-55.

9. Abuzeid WM, Akbar NA, Zacharek MA. Vitamin D and chronic rhinitis. Curr Opin Allergy Clin Immunol. 2012 Feb;12(1):13-7

10. Pinto JM, Schneider J, Perez R, DeTineo M, Baroody FM, Naclerio RM. Serum 25-hydroxyvitamin D levels are lower in urban African American subjects with chronic rhinosinusitis. J Allergy Clin Immunol. 2008 Aug;122(2):415-7.







Τα αναγραφόμενα στο παραπάνω άρθρο είναι επιστημονική ενημέρωση των ιατρών και των λοιπών επιστημόνων υγείας και δεν αποτελούν μέσα διάγνωσης ή αντιμετώπισης ή πρόληψης ασθενειών, ούτε αποτελούν ιατρική συμβουλή για ασθενείς. Την ευθύνη της διάγνωσης, θεραπείας και πρόληψης των ασθενειών τις έχει μόνον ο θεράπων ιατρός του κάθε ασθενούς, αφού πρώτα κάνει προσεκτικά ακριβή διάγνωση. Γιαυτό συνιστάται η αποφυγή της αυθαίρετης εφαρμογής ιατρικών πληροφοριών από μη ιατρούς. Τα συμπληρώματα διατροφής δεν είναι φάρμακα, αλλά χορηγούνται συμπληρωματικά με τις αποδεκτές υπό της ιατρικής επιστήμης θεραπείες ή θεραπευτικές τεχνικές και μεθόδους, υπό ιατρική καθοδήγηση, παρακολούθηση και ευθύνη.

 

Gelis22-7-2014 Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιατρικός Εμψυχωτής (Medical Life Coach)
Δαμασκηνού 46, Κόρινθος, Τηλ. 2741026631, 6944280764, e-mail: pharmage@otenet.gr

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ:
  • ΩΡΛ Αλλεργία,
  • Εμβοές αυτιών,
  • κακοσμία στόματος,
  • Ροχαλητό,
  • Βαρηκοία,
  • Ίλιγγος,
  • Διαταραχές οσφρήσεως και γεύσης,
  • Διαταραχές της φωνής,
  • ΩΡΛ ογκολογία, Aντιγήρανση,
  • Προληπτική Ιατρική,
  • Ιατρική Διατροφολογία,
  • Συμπληρωματική Ιατρική,
  • Περιβαλλοντική Ιατρική,
  • Κόκκινο κρασί και Υγεία,
  • Βιταμίνη D,
  • Ιατρική Εμψύχωση [Medical Life Coaching]




 


Δρ. Δημήτριος Ν. Γκέλης

O Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης, Iατρός, Ωτορινο- λαρυγγολόγος, Οδοντίατρος, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών ζεί και εργάζεται στην Κόρινθο, Δαμασκηνού 46, τηλ. 27410 26631, 6944280764.