Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ

Υπό του Δρ. Δημητρίου Ν. Γκέλη - MD, ORL, DDS, PhD, Medical Life Coach








Παπαδιαμάντης, Αλέξανδρος: Ο έρωτας στα χιόνια

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ
Καρδι το χειμνος. Χριστούγεννα, ις-Βασίλης, Φτα.
Κα ατς σηκώνετο τ πρωί, ρριπτεν ες τος μους τν παλιν πατατούκαν του, τ μόνον ροχον ποὺ σζετο κόμη π τος πρ τς ετυχίας του χρόνους, κα κατήρχετο ες τν παραθαλάσσιον γοράν, μορμυρίζων, ν κατέβαινεν π τ παλαιν μισογκρεμισμένον σπίτι, μ τρόπον στε να τν κού γειτόνισσα:
Σεβτς εν' ατός, δν εναι τσορβς …· ρωντας εναι, δν εναι γέρωντας.
Τὸ λεγε τόσον συχνά, στε λες ο γειτονοπολες πο τν κουαν το τὸ κόλλησαν τέλος ς παρατσούκλι: « μπαρμπα−Γιαννις ρωντας».

Διότι δν το πλέον νέος, οτε εμορφος, οτε σπρα εχεν. λα ατ τ εχε φθείρει πρ χρόνων πολλν, μαζ μ τ καράβι, ες τν θάλασσαν, ες τν Μασσαλίαν.

Εχεν ρχίσει τ στάδιόν του μ ατν τν πατατούκαν, ταν πρωτομπαρκάρησε ναύτης ες τν βομβάρδαν τοῦ ξαδέλφου του. Εχεν ποκτήσει, π τ μερδικ του σα λάμβανεν π τ ταξίδια, μετοχν π το πλοίου, ετα εχεν ποκτήσει πλοον δικν του, κα εχε κμει καλ ταξίδια.
Ε
χε φορέσει γγλικς τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλ καπλα, εχε κρεμάσει καδένες χρυσς μὲ ρολόγια, εχεν ποκτήσει χρήματα· λλ τὰ φαγεν λα γκαίρως μ τς Φρύνας ες τν Μασσαλίαν, καὶ λλο δν τοῦ μεινεν εμὴ  παλι πατατούκα, τν ποίαν φόρει πεταχτν π' μων, ν κατέβαινε τ πρω ες τν παραλίαν, δι ν μπαρκάρ σύντροφος μ καμμίαν βρατσέραν ες μικρν ναλον, δι ν πγ μ ξένην βάρκαν ν βγάλ κανένα χταπόδι ντς το λιμένος.

Κανένα δν εχεν ες τν κόσμον, τον ρημος. Εχε νυμφευθ, κα εχε χηρεύσει, εχεν ποκτήσει τέκνον, κα εχεν τεκνωθ.

Καὶ ργ τ βράδυ, τν νύκτα, τ μεσάνυκτα, φοῦ πινεν λίγα ποτήρια δι ν ξεχάσῃ  δι ν ζεσταθ, πανήρχετο ες τ παλιόσπιτο τ μισογκρεμισμένον, κχύνων ες τραγούδια τν πόνον του:

Σοκάκι μου μακρὺ−στενό, μὲ τὴν κατεβασιά σου,
κάμε κ' ἐμένα γείτονα μὲ τὴν γειτόνισσά σου.
Ἄλλοτε παραπονούμενος εὐθύμως:
Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογοὺ καὶ ψεύτρα,
δὲν εἶπες μιὰ φορὰ κ' ἐσύ, Γιαννιό μου ἔλα μέσα.
Χειμν βαρύς, πὶ μέρας ορανς κλειστός. πάνω ες τ βουν χιόνες, κάτω ες τν κάμπον χιονόνερον. πρωία νθύμιζε τ δημδες:

Βρέχει, βρέχει καὶ χιονίζει,
κι ὁ παπὰς χειρομυλίζει.

Δν χειρομύλιζεν παπάς, χειρομύλιζεν γειτόνισσα, πολυλογο κα ψεύτρα, τοῦ σματος το μπαρμπα−Γιαννιο. Διότι τοιοτον πργμα το· μυλωνοὺ ργαζομένη μ τν χερα, γυρίζουσα τν χειρόμυλον.

Σημειώσατε
τι, τν καιρν κενον, τὸ ρχοντολόγι το τόπου τ εχεν ες κακν του ν φάγ ψωμ ζυμωμένον μὲ λευρον π νερόμυλον ἢ νεμόμυλον, κ' προτίμα τ δι χειρομύλου λεσμένον.

Κα εχε πελατείαν μεγάλην, Πολυλογο. γυάλιζεν, εχε μτια μεγάλα, εχε βερνίκι ες τ μάγουλ της. Εχεν να νδρα, τέσσαρα παιδιά, κ' να γαϊδουράκι μικρν δι ν κουβαλ τλέσματα. λα τὰ γαποσε, τν νδρα της, τ παιδι της, τ γαϊδουράκι της. Μόνον τν μπαρμπα−Γιαννιν δν γαποσε.
Ποος ν τν γαπήσ ατόν; το ρημος ες τν κόσμον.
Κα εχε πέσει ες τν ρωτα, μ τν γειτόνισσαν τν Πολυλογο, δι ν ξεχάσ τ καράβι του, τς Λαΐδας τς Μασσαλίας, τν θάλασσαν κα τ κύματ της, τ βάσανά του, τς σωτίας του, τν γυνακά του, τ παιδ του. Κα εχε πέσει ες τ κρασ δι ν ξεχάσ τν γειτόνισσαν.

Συχνὰ ταν πανήρχετο τ βρδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, καὶ  σκι του, μακρά, ψηλή, λιγνή, μ τν πατατούκαν φεύγουσαν κα γλιστροσαν π τος μους του, προέκυπτεν ες τν μακρόν, στενν δρομίσκον, κα α νιφάδες, μυαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, φέροντο στροβιληδν ες τν έρα, καὶ πιπτον ες τν γν, καὶ βλεπε τ βουνν ν' σπρίζ ες τ σκότος, βλεπε τ παράθυρον τς γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, κα τν φεγγίτην ν λάμπ θαμβά, θολά, καὶ κουε τν χειρόμυλον ν τρίζῃ κόμη, καὶ  χειρόμυλος παυε, καὶ κουε τν γλσσν της ν' λέθ, κ' νθυμετο τν νδρα της, τ παιδι της, τ γαϊδουράκι της, πο ατὴ λα τὰ γαποσε, ν ατν δν γύριζε μάτι ν τν δ, καπνίζετο, πως τ μελίσσι, σφλομώνετο, πως τ χταπόδι, κα παρεδίδετο ες σκέψεις φιλοσοφικς κα ες ποητικς εκόνας.
− Ν εχεν ρωτας σαΐτες!… ν εχε βρόχια… ν εχε φωτιές… Ν τρυποσε μ τς σαΐτες του τ παραθύρια… ν ζέσταινε τς καρδιές… νστηνε τ βρόχια του πάνω στ χιόνια… νας γερο-Φερετζέλης πιάνει μ τς θηλις του χιλιάδες κοτσύφια.
φαντάζετο τν ρωτα ς να εδος γερο-Φερετζέλη, στις ν διημερεύ πέραν ες τν ψηλόν, πευκόσκιον λόφον, κα ν' σχολται ες τ ν στήν βρόχια πάνω ες τ χιόνια, δι ν συλλάβ τς θες καρδιές, ς μισοπαγωμένα κοσσύφια, τὰ ποα ψάχνουν ες μάτην, δι ν' νακαλύψουν τελευταίαν τιν χαμάδα μείνασαν ες τν λαινα. ξέλιπον ο μικρο μακρυλο καρποὶ π τς εώδεις μυρσίνας ες τς Μαμος τ ρέμα, κα τώρα τ κοσσυφάκια τ λάλα μ τὸ μαυρν πτέρωμα, ο κηρομύται ο γλυκες κα ο κίχλαι α εθυμοι πίπτουσι θύματα τς θηλις το γερο−Φερετζέλη.
Τν λλην βραδιν πανήρχετο, χι πολ ονοβαρής, ρριπτε βλέμμα ες τ παράθυρα τς Πολυλογος, ψωνε τος μους, κ' μορμύριζεν:
νας Θες θ μς κρίν… κ' νας θάνατος θ μς ξεχωρίσ. Κα ετα μετ στεναγμο προσέθετε:
− Κ' να κοιμητήρι θ μς σμίξ.
λλ δν μποροσε, πρν πέλθη ν κοιμηθ, ν μν ποψάλ τ σύνηθες σμά του:
Σοκάκι μου μακρὺ−στενό, μὲ τὴν κατεβασιά σου,
κάμε κ' ἐμένα γείτονα μὲ τὴν γειτόνισσά σου.
Τν λλην βραδιάν, χιν εχε στρωθ σινδών, ες λον τν μακρν, στενν δρομίσκον.
σπρο σινδόνι… ν μς σπρίσῃ λους στ μάτι το Θεο… ν' σπρίσουν τ σωθικ μας… ν μν χουμε κακ καρδι μέσα μας.
φαντάζετο μυδρς μίαν εκόνα, μίαν πτασίαν, ν ξυπνητν νειρον. σν χιν νὰ σοπεδώσ κα ν' σπρίσῃ λα τ πράγματα, λας τς μαρτίας, λα τ περασμένα: Τ καράβι, τν θάλασσαν, τ ψηλ καπέλα, τὰ ρολόγια, τς λύσεις τς χρυσς κα τς λύσεις τς σιδηρς, τς πόρνας τς Μασσαλίας, τν σωτίαν, τν δυστυχίαν, τ ναυάγια, ν τ σκεπάσ, ν τὰ ξαγνσ, ν τ σαβανώσ, δι ν μ παρασταθον λα γυμν κα τετραχηλισμένα, καὶ ς ξ ργίων κα φραγκικν χορν ξερχόμενα, ες τὸ μμα το Κριτο, το Παλαιομερν, το Τρισαγίου. Ν' σπρίσ κα ν σαβανώσ τν δρομίσκον τν μακρν κα τν στενν μ τν κατεβασιν του κα μ τν δυσωδίαν του, κα τν οκίσκον τν παλαιν κα καταρρέοντα, κα τν πατατούκαν τν λερν κα κουρελιασμένην: Ν σαβανώσ κα ν σκεπάσ τν γειτόνισσαν τν πολυλογο κα ψεύτραν, κα τν χειρόμυλν της, κα τν φιλοφροσύνην της, τν ψευτοπολιτικν της, τν φλυαρίαν της, κα τ γυάλισμ της, τ βερνίκι κα τ κοκκινάδι της, κα τ χαμόγελν της, κα τν νδρα της, τ παιδι της κα τ γαϊδουράκι της: λα, λα ν τ καλύψ, ν τσπρίσ, ν τγνίσ!
Τν λλην βραδιάν, τν τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, πανλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε.
Δν στεκε πλέον ες τ πόδια του, δν κινετο οδ' νέπνεε πλέον.
Χειμν βαρύς, οκία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Μοναξία, νία, κόσμος βαρύς, κακός, νάλγητος. γεία κατεστραμμένη. Σμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικ λυωμένα. Δν μποροσε πλέον ν ζήσ, ν ασθανθ, ν χαρ. Δν μποροσε ν ερ παρηγορίαν, ν ζεσταθ. πιε δι ν σταθ, πιε δι ν πατήσ, πιε δι ν γλιστρήσ. Δν πάτει πλέον σφαλς τὸ  δαφος.
Ηρε τν δρόμον, τν νεγνώρισεν. πιάσθη π τὸ γκωνάρι. κλονήθη. κούμβησε τς πλάτες, στύλωσε τ πόδια. μορμύρισε:
− Ν εχαν ο φωτις ρωτα!… Ν εχαν ο θηλις χιόνια…
Δν μποροσε πλέον ν σχηματίσ λογικν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις καὶ ννοίας.
Πάλιν κλονήθη. πιάσθη π τν παραστάτην μις θύρας. Κατ λάθος γγισε τ ρόπτρον. Τ ρόπτρον χησε δυνατά.
− Ποις εναι;
το θύρα τς Πολυλογος, τς γειτόνισσας. Ελογοφανς θὰ δύνατό τις ν τοῦ ποδώσ πρόθεσιν τι πεχείρει ν' ναβ, καλς κακς, ες τν οκίαν της. Πς χι;
πάνω κινοντο φτα καὶ νθρωποι. σως γίνοντο τοιμασίαι. Χριστούγεννα, ις−Βασίλης, Φτα, παραμοναί. Καρδι το χειμνος.
− Ποις εναι; επε πάλιν φωνή.
Τ παράθυρον τριξεν. μπαρμπα-Γιαννις το κριβς π τν ξώστην, όρατος νωθεν. Δν εναι τίποτε. Τ παράθυρον κλείσθη σπασμωδικς. Μίαν στιγμν ς ργοποροσε!
μπαρμπα-Γιαννις στηρίζετο ρθιος ες τν παραστάτην. δοκίμασε ν επ τ τραγούδι του, λλ' ες τ πνεμά του τὑ ποβρύχιον, τοῦ ρχοντο ς ναυάγια α λέξεις:
«Γειτόνισσα πολυλογο, μακρὺ-στεν σοκάκι!…»
Μόλις ρθρωσε τς λέξεις, κα σχεδν δν κούσθησαν. χάθησαν ες τν βόμβον τοῦ νέμου κα ες τν στρόβιλον τς χιόνος.
− Καὶ γ σοκάκι εμαι, μορμύρισε… ζωνταν σοκάκι.
ξεπιάσθη π τν λαβν του. κλονήθη, σαρρίσθη, κλινε καὶ πεσεν. ξηπλώθη π τς χιόνος, κα κατέλαβε μ τ μακρν του νάστημα λον τ πλάτος το μακρο στενο δρομίσκου.
παξ δοκίμασε ν σηκωθ, κα ετα ναρκώθη. Ερισκε φρικώδη ζέστην ες τν χιόνα.
«Εχαν ο φωτις ρωτα!… Εχαν ο θηλις χιόνια!»
Κα τ παράθυρον πρ μις στιγμς εχε κλεισθ. Καὶ ν μίαν μόνον στιγμν ργοπόρει, σύζυγος τς Πολυλογος θὰ βλεπε τν νθρωπον ν πέσῃ  π τς χιόνος.
Πλν δν τν εδεν οτε ατς οτε κανες λλος. Κ' πάνω ες τν χιόνα πεσε χιών. Καὶ  χιν στοιβάχθη, σωρεύθη δύο πιθαμάς, κορυφώθη. Καὶ  χιν γινε σινδών, σάβανον.
Καὶ  μπαρμπα−Γιαννις σπρισεν λος, κ' κοιμήθη π τν χιόνα, δι ν μ παρασταθ γυμνς κα τετραχηλισμένος, ατς καὶ  ζω του κα α πράξεις του, νώπιον το Κριτο, το Παλαιομερν, το Τρισαγίου.
(1896)
Α. Παπαδιαμάντης, «Ο έρωτας στα χιόνια», Απάντα ΙΙΙ, επιμ. Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Αθήνα, Δόμος, 1989, σσ. 105−110






Τα αναγραφόμενα στην ιστοσελίδα www.pharmagel.gr στοχεύουν στην   επιστημονική ενημέρωση των ιατρών και των λοιπών επιστημόνων υγείας και δεν αποτελούν μέσα διάγνωσης ή αντιμετώπισης ή πρόληψης ασθενειών, ούτε αποτελούν ιατρική συμβουλή για ασθενείς. Την ευθύνη της διάγνωσης, θεραπείας και πρόληψης των ασθενειών την έχει μόνον ο θεράπων ιατρός του κάθε ασθενούς, αφού πρώτα κάνει προσεκτικά ακριβή διάγνωση. Γιαυτό συνιστάται η αποφυγή της αυθαίρετης εφαρμογής ιατρικών πληροφοριών από μη ιατρούς. Τα συμπληρώματα διατροφής δεν είναι φάρμακα, αλλά χορηγούνται συμπληρωματικά με τις αποδεκτές υπό της ιατρικής επιστήμης θεραπείες ή θεραπευτικές τεχνικές και μεθόδους, υπό ιατρική καθοδήγηση,  παρακολούθηση και ευθύνη.

Δήλωση: Η ιστοσελίδα www.pharmagel.gr  περιέχει ιατρικά  και επιστημονικά άρθρα, τα οποία έχει γράψει ο  Δρ Δημήτριος  Ν. Γκέλης και οι ιατροί συνεργάτες του. Οι γνώσεις και οι πληροφορίες των άρθρων  είναι πάντοτε βιβλιογραφικά τεκμηριωμένες. Κάθε πληροφορία της ιστοσελίδας www.pharmagel.gr δεν μπορεί να υποκαταστήσει την προσωπική σχέση οποιουδήποτε με το γιατρό του, ούτε αποτελεί ιατρική συμβουλή. Σκοπός του Δρ Γκέλη με την ιστοσελίδα www.pharmagel.gr  είναι να μοιραστεί τις γνώσεις και ιατρικές εμπειρίες του με όλους όσους επιθυμούν να διευρύνουν την ιατρική τους πληροφόρηση και να ενημερωθούν για θέματα διατήρησης της υγείας, του καλώς έχειν και προληπτικής ιατρικής. Η τοποθέτηση διαφημίσεων στα άρθρα της ιστοσελίδας γίνεται για να καλυφθούν οι δαπάνες συντήρησής της

Το παρόν άρθρο προστατεύεται από το Νόμο 2121/1993 και 4481/2017 για την πνευματική ιδιοκτησία. Η ολική ή μερική αντιγραφή του παρόντος επιστημονικού άρθρου χωρίς τη γραπτή έγκριση του Δρ Δημητρίου Ν. Γκέλη θεωρείται κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας και διώκεται βάσει της νομοθεσίας.




Τελευταία άρθρα

Το συναισθηματικό στρες (στενοχώρια) μπορεί να προκαλέσει ακόμη και αιφνίδιο θάνατο©
Peptan
Ο θεραπευτικός ρόλος της κουρκουμίνης στον καρκίνο του μαστού©
Η έγκαιρη διάγνωση του μελανώματος είναι σωτήρια©
H αθηρωματοπροστατευτική δράση της σκόνης των αποξηραμένων στεμφύλων του βιολογικού κόκκινου σταφυλιού ©
Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ
Lopresor
Οι αντιγηραντικές ιδιότητες του υπερβαρικού οξυγόνου
Οι αντιγηραντικές ιδιότητες του υπερβαρικού οξυγόνου
Aloperidin
Akineton
Concor
Ladose
O ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΩΤΟΣΥΝΘΕΣΗΣ ΤΗΣ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ D3©
Pradaxa

Δείτε όλα τα άρθρα »
































Οδηγός Πρώτων Βοηθειών
Τι πρέπει να κάνετε αν φτάσετε πρώτοι
στο σημείο ενός ατυχήματος;