Περίληψη

Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης, Iατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιατρικός ερευνητής, Συγγραφέας,Δερβενακίων 46, Κόρινθος Τηλ.6944280764 e-mail: pharmage2@gmail.com www.gelis.gr, www.pharmagel.gr
Η σωματική οσμή μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια της ζωής, με τις αλλαγές να γίνονται ιδιαίτερα εμφανείς κατά τη γήρανση. Η χαρακτηριστική οσμή που αποδίδεται στους ηλικιωμένους (age-related body odor ή old person smell), Γνωστή και ως «Γεροντίλα» έχει συσχετιστεί κυρίως με την 2-νονενάλη, μια ακόρεστη αλδεΰδη που σχηματίζεται κατά την οξειδωτική αποικοδόμηση ω7 ακόρεστων λιπαρών οξέων της επιφάνειας του δέρματος και ανιχνεύεται κυρίως σε άτομα άνω των 40 ετών [1-3].
Ωστόσο, η ηλικιακή μεταβολή της σωματικής οσμής δεν είναι μονοπαραγοντικό φαινόμενο: Η σύσταση των δερματικών λιπιδίων, η λειτουργία των σμηγματογόνων και ιδρωτοποιών αδένων, η κατάσταση του δερματικού φραγμού και το μικροβίωμα μεταβάλλονται με την ηλικία και επηρεάζουν το οσμητικό προφίλ [2-5].
Επιπλέον, η διατροφή, φαρμακευτική αγωγή, στοματική υγεία, κινητικότητα, αυτοφροντίδα και συννοσηρότητες μπορούν να τροποποιήσουν τη σωματική ή στοματική οσμή [3,6-8]. Η παρούσα ανασκόπηση εξετάζει τους βιοχημικούς και μικροβιακούς μηχανισμούς, τον ρόλο της 2-νονενάλης, τη σημασία του δερματικού φραγμού και του μικροβιώματος, τη διαφορική αξιολόγηση μεταξύ φυσιολογικής ηλικιακής οσμής και οσμών που υποδηλώνουν υποκείμενη νόσο, καθώς και την αντιμετώπισή της..
Λέξεις-κλειδιά: σωματική οσμή, γήρανση, 2-νονενάλη, μικροβίωμα δέρματος, ηλικιακή οσμή, ξηροδερμία, κακοσμία στόματος, γηριατρική αξιολόγηση
- Εισαγωγή: Γιατί αλλάζει η οσμή του σώματος στην ηλικία των 65-70 ετών και άνω;
Η σωματική οσμή αποτελεί σύνθετο βιολογικό φαινόμενο που προκύπτει από την αλληλεπίδραση των εκκρίσεων του δέρματος με τους μικροοργανισμούς που το αποικίζουν. Ο ιδρώτας, το σμήγμα και άλλα συστατικά της επιφάνειας του δέρματος περιέχουν ενώσεις οι οποίες αρχικά μπορεί να είναι άοσμες ή να έχουν μικρή οσμητική δραστηριότητα, αλλά μετατρέπονται σε πτητικές οσμρές οργανικές ενώσεις μέσω οξείδωσης ή μικροβιακού μεταβολισμού [2,3]. Η οσμή μεταβάλλεται σε διαφορετικές φάσεις της ζωής, ανάλογα με ορμονικές αλλαγές, λειτουργία αδένων, σύνθεση δερματικών λιπιδίων και μικροβιακή οικολογία [2,3]. Με την προχωρημένη ηλικία μειώνεται σημαντικά η δραστηριότητα των σμηγματογόνων αδένων και μεταβάλλεται η σύσταση του σμήγματος και των επιφανειακών λιπιδίων [3,4].

Αικατερίνη Γκέλη, Ιατρός, Ακτινοδιαγνώστρια, Άσσος, Κορινθίας
Στην καθημερινή γλώσσα, η χαρακτηριστική αυτή οσμή αποκαλείται «γεροντίλα». Πρόκειται για παραστατικό και αναγνωρίσιμο όρο, αλλά όχι επιστημονικό, και μπορεί να έχει υποτιμητική χροιά. Στο παρόν κείμενο χρησιμοποιούνται εκφράσεις όπως «οσμή που σχετίζεται με τη γήρανση», «ηλικιακή μεταβολή της σωματικής οσμής» ή «γεροντική σωματική οσμή», ενώ η λέξη «γεροντίλα» αναφέρεται μόνο ως λαϊκός όρος.
Η αναγνώριση της βιολογικής βάσης της ηλικιακής οσμής έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή εμποδίζει την αυτόματη σύνδεσή της με την έλλειψη καθαριότητας: η χαρακτηριστική ηλικιακή οσμή μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και σε άτομα που τηρούν καλή προσωπική υγιεινή [1-3].
- Βιοχημική βάση της οσμής που σχετίζεται με τη γήρανση
2.1 Η 2-νονενάλη
Η 2-νονενάλη (trans-2-nonenal) είναι μία ακόρεστη αλδεΰδη που έχει μελετηθεί ιδιαίτερα σε σχέση με την ηλικιακή μεταβολή της σωματικής οσμής. Η κλασική μελέτη των Haze et al. εξέτασε τη σωματική οσμή ατόμων 26–75 ετών με αέρια χρωματογραφία–φασματομετρία μάζας και διαπίστωσε ότι η 2-νονενάλη ανιχνευόταν κυρίως στα άτομα ηλικίας 40 ετών και άνω [1]. Η ίδια μελέτη έδειξε ότι με την αύξηση της ηλικίας αυξάνονταν στην επιφάνεια του δέρματος τα ω7 ακόρεστα λιπαρά οξέα και τα λιπιδικά υπερoξείδια, με θετική συσχέτιση μεταξύ της ποσότητας 2-νονενάλης στη σωματική οσμή και των επιπέδων των ω7 λιπαρών οξέων και υπεροξειδίων [1]. Πειράματα οξειδωτικής αποικοδόμησης επιβεβαίωσαν ότι η 2-νονενάλη μπορεί να παραχθεί από την οξείδωση ω7 ακόρεστων λιπαρών οξέων, οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι πιθανότατα συμμετέχει στην ηλικιακή μεταβολή της οσμής [1].
Η 2-νονενάλη χαρακτηρίζεται από δυσάρεστη, λιπαρή και χορτώδη οσμή [1,2]. Ωστόσο, δεν είναι επιστημονικά ορθό να θεωρείται η μοναδική ουσία που δημιουργεί την «οσμή των ηλικιωμένων»: Η σωματική οσμή είναι σύνθετο μείγμα πολλών πτητικών ενώσεων και επηρεάζεται από τη σύσταση του σμήγματος, τον ιδρώτα, το μικροβίωμα, την ηλικία, τη διατροφή και άλλους ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες [2,3].
2.2 Μεταβολές του σμήγματος και των λιπιδίων του δέρματος
Η γήρανση συνοδεύεται από σημαντικές μεταβολές στη λειτουργία των σμηγματογόνων αδένων. Η έκκριση σμήγματος αυξάνεται κατά την εφηβεία και την πρώιμη ενήλικη ζωή και στη συνέχεια μειώνεται, με πολύ χαμηλότερα επίπεδα στις μεγαλύτερες ηλικίες [3,4]. Η μείωση αυτή συνδέεται με αλλαγές στην ενυδάτωση, στην τραχύτητα και στην απολέπιση του δέρματος [4].
Το σμήγμα αποτελεί σύνθετο μείγμα λιπιδίων, μεταξύ των οποίων σκουαλένιο, κηρώδεις εστέρες, χοληστερολικοί εστέρες και τριγλυκερίδια. Στην επιφάνεια του δέρματος τα λιπίδια αυτά μπορούν να υποστούν ενζυμική ή οξειδωτική τροποποίηση και να δημιουργήσουν λιπαρά οξέα και άλλες ενώσεις που συμμετέχουν στη δημιουργία της σωματικής οσμής [2-4]. Η ηλικιακή μεταβολή της σύστασης των επιφανειακών λιπιδίων, σε συνδυασμό με την αυξημένη παρουσία προϊόντων λιπιδικής οξείδωσης, αποτελεί επομένως έναν πιθανό μηχανισμό μέσω του οποίου μεταβάλλεται το οσμητικό προφίλ του δέρματος [1-4].
2.3 Οξειδωτικό στρες και λιπιδική υπεροξείδωση
Η οξειδωτική τροποποίηση των λιπιδίων αποτελεί σημαντικό μηχανισμό σχηματισμού πτητικών ενώσεων. Στην περίπτωση της 2-νονενάλης, η οξείδωση των ω7 ακόρεστων λιπαρών οξέων έχει τεκμηριωθεί πειραματικά ως μηχανισμός σχηματισμού της [1]. Η γήρανση του δέρματος χαρακτηρίζεται από σύνθετες μεταβολές στην οξειδοαναγωγική ισορροπία, στα λιπίδια και στη λειτουργία του δερματικού φραγμού [4,5]. Οι μεταβολές αυτές δεν σημαίνουν ότι κάθε ηλικιωμένος εμφανίζει απαραίτητα αυξημένο οξειδωτικό στρες σε βαθμό που να προκαλεί έντονη οσμή, αλλά παρέχουν ένα βιολογικό υπόβαθρο για την ηλικιακή τροποποίηση των δερματικών λιπιδίων και των προϊόντων τους [1,4].
- Ο ρόλος του μικροβιώματος του δέρματος
Το μικροβίωμα του δέρματος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της σωματικής οσμής. Οι μικροοργανισμοί της επιφάνειας του δέρματος μεταβολίζουν συστατικά του ιδρώτα, του σμήγματος και άλλων δερματικών εκκρίσεων, δημιουργώντας πτητικές ενώσεις που συμβάλλουν στο τελικό οσμητικό προφίλ [2,3]. Στην παραγωγή σωματικής οσμής έχουν μελετηθεί ιδιαίτερα μικροοργανισμοί των γενών Corynebacterium, Staphylococcus και Cutibacterium, αν και η ακριβής συμβολή κάθε είδους εξαρτάται από την ανατομική περιοχή, το υπόστρωμα, την υγρασία, το pH και τη σύνθεση της μικροβιακής κοινότητας [3,5].
Το μικροβίωμα του δέρματος μεταβάλλεται με την ηλικία. Σύγχρονη ανασκόπηση υπογραμμίζει ότι η γήρανση συνοδεύεται από μεταβολές στη σύνθεση της μικροβιακής κοινότητας και από αλληλεπίδραση μεταξύ μικροβιώματος και επιδερμικού φραγμού [5]. Η γήρανση συνοδεύεται επίσης από αλλαγές στη δομή της κεράτινης στιβάδας και στη σύσταση των λιπιδίων της, με αποτέλεσμα μειωμένη ικανότητα συγκράτησης νερού και μεταβολή της λειτουργίας του φραγμού [5]. Επομένως, η ηλικιακή μεταβολή της σωματικής οσμής είναι πιθανότερο να αποτελεί αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ μεταβολών στα δερματικά λιπίδια, στη λειτουργία των αδένων, στο μικροβίωμα και στο περιβάλλον του δέρματος, παρά αποτέλεσμα μίας μόνο χημικής ουσίας [2,3,5].
- Παράγοντες που συμβάλλουν στην αλλαγή της ηλικιακής οσμής του δέρματος
4.1 Ξηρότητα του δέρματος
Η ξηροδερμία είναι συχνό φαινόμενο στις μεγαλύτερες ηλικίες και σχετίζεται με μεταβολές της κεράτινης στιβάδας, της ενυδάτωσης, των επιδερμικών λιπιδίων και της λειτουργίας του επιδερμικού φραγμού, δηλαδή της προστατευτικής λειτουργίας της εξωτερικής στιβάδας του δέρματος [5-7]. Η μειωμένη παραγωγή σμήγματος και οι μεταβολές της λιπιδικής σύνθεσης συμβάλλουν στην ξηρότητα, την τραχύτητα και την απολέπιση, ενώ το ηλικιωμένο δέρμα εμφανίζει βραδύτερη αποκατάσταση του φραγμού μετά από βλάβη [4-7].
Η ξηροδερμία δεν αποτελεί από μόνη της άμεση και αποδεδειγμένη αιτία της χαρακτηριστικής «γεροντικής οσμής». Μπορεί, όμως, να μεταβάλει το μικροπεριβάλλον της επιφάνειας του δέρματος, την απολέπιση και τη σχέση του επιδερμικού φραγμού με το μικροβίωμα. Επειδή η σωματική οσμή προκύπτει σε σημαντικό βαθμό από τη μικροβιακή μετατροπή συστατικών του ιδρώτα και των επιφανειακών λιπιδίων σε πτητικές ενώσεις, οι μεταβολές του επιδερμικού φραγμού, του pH και της μικροβιακής οικολογίας μπορούν θεωρητικά να επηρεάζουν και την οσμή [3,5].
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα προϊόντα περιποίησης που περιέχουν κολλοειδή βρώμη. Μια λοσιόν που περιέχει κολλοειδή βρώμη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση της ξηροδερμίας του ηλικιωμένου δέρματος, καθώς η κολλοειδής βρώμη διαθέτει ενυδατικές, μαλακτικές και προστατευτικές ιδιότητες και μπορεί να βελτιώσει την ξηρότητα και τη λειτουργία του επιδερμικού φραγμού [8,11].
Πειραματικά δεδομένα δείχνουν ότι λιπίδια της βρώμης ενεργοποιούν οδούς PPAR στα κερατινοκύτταρα και ενισχύουν μηχανισμούς που σχετίζονται με τη σύνθεση κεραμιδίων. Σε μια in vitro μελέτη βρέθηκε ότι, το έλαιο βρώμης αύξησε τα επίπεδα κεραμιδίων κατά περίπου 70% [9]. Το εύρημα αυτό παρέχει βιολογική βάση για πιθανή υποστήριξη του επιδερμικού φραγμού, χωρίς όμως να επιτρέπει την άμεση μεταφορά του in vitro αποτελέσματος σε κάθε λοσιόν κολλοειδούς βρώμης.
Η κολλοειδής βρώμη έχει επίσης μελετηθεί ως πιθανό πρεβιοτικό συστατικό του δέρματος. Πρεβιοτικό είναι ένα συστατικό ή υπόστρωμα που χρησιμοποιούν επιλεκτικά ορισμένοι μικροοργανισμοί και το οποίο μπορεί να ευνοήσει την ανάπτυξη ή τη δραστηριότητά τους.
In vitro δεδομένα δείχνουν ότι το κολλοειδές βρώμης μπορεί να υποστηρίζει την ανάπτυξη συμβιωτικών μικροοργανισμών, όπως ο Staphylococcus epidermidis, και να αυξάνει την παραγωγή γαλακτικού οξέος [10]. Παράλληλα, κλινική μελέτη προϊόντος που περιείχε 1% κολλοειδή βρώμη έδειξε βελτίωση της ενυδάτωσης, του pH και της λειτουργίας του επιδερικού φραγμού, καθώς και μεταβολές στο μικροβίωμα [11]. Τα ευρήματα αυτά καθιστούν βιολογικά εύλογη την υπόθεση ότι η συστηματική περιποίηση του ξηρού δέρματος με κολλοειδές βρώμης μπορεί να επηρεάζει ευνοϊκά το μικροπεριβάλλον της επιδερμίδας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η σημασία του pH. Η γήρανση συνοδεύεται από μεταβολές του pH της επιφάνειας του δέρματος, οι οποίες μπορούν να επηρεάζουν τον επιδερμικό φραγμό και τη μικροβιακή ισορροπία [5,12]. Σε τυχαιοποιημένη, μονά-τυφλή μελέτη διασταυρούμενου σχεδιασμού σε 44 γυναίκες ηλικίας ≥60 ετών, γαλάκτωμα κολλοειδούς βρώμης με pH 4,0 μείωσε σημαντικά τη μασχαλιαία δυσοσμία στις 8 και 24 ώρες, ενώ in vitro μείωσε σημαντικά τον αριθμό του Staphylococcus epidermidis και του Corynebacterium minutissimum [12]. Η μελέτη αυτή αφορά συγκεκριμένο όξινο γαλάκτωμα και επομένως δεν αποτελεί άμεση απόδειξη ότι η κολλοειδής βρώμη μειώνει τη γεροντική οσμή.
Συνεπώς, η λοσιόν κολλοειδούς βρώμης μπορεί να αποτελέσει ένα πρακτικό μέτρο καθημερινής αντιμετώπισης του ξηρού και απολεπιζόμενου ηλικιωμένου δέρματος και έμμεσα μπορεί να συμβάλλει παράλληλα στον περιορισμό της δυσάρεστης ηλικιακής οσμής. Η πιθανή αυτή επίδραση μπορεί να σχετίζεται με τη βελτίωση της ενυδάτωσης, τη μείωση της απολέπισης, την υποστήριξη του επιδερμικού φραγμού και πιθανές μεταβολές στο pH και στο μικροβίωμα του δέρματος [8-12]. Δεν πρόκειται όμως για θεραπεία της «γεροντικής οσμής», αλλά για αντιμετώπιση και έλεγχο ενός παράγοντα που μπορεί να συμβάλλει στην εμφάνιση ή την έντασή της. Η ωφέλεια από τη χρήση της λοσιόν είναι, επομένως, συνδεδεμένη με τη συνεχή και επαναλαμβανόμενη εφαρμογή της και δεν υποδηλώνει μόνιμη εξάλειψη της οσμής. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν άμεσες κλινικές μελέτες που να αποδεικνύουν ειδικά ότι μια λοσιόν κολλοειδούς βρώμης μειώνει ή εξαλείφει τη χαρακτηριστική «γεροντική οσμή».
4.2 Φαρμακευτική αγωγή
Η φαρμακευτική αγωγή που ακολουθεί ένα άτομο μπορεί να τροποποιήσει την οσμή έμμεσα ή άμεσα, ιδιαίτερα μέσω επιδράσεων στην εφίδρωση, στη σιελόρροια, στην ξηρότητα του δέρματος ή στη στοματική κοιλότητα. Η πολυφαρμακία είναι συχνή στους ηλικιωμένους και, όταν εμφανίζεται νέα κακοσμία, πρέπει να εξετάζεται εάν συνέπεσε χρονικά με έναρξη ή αλλαγή φαρμάκου [3,13]. Ιδιαίτερη σημασία έχουν φάρμακα που προκαλούν Ξηροστομία: Η ξηροστομία ευνοεί την κακοσμία του στόματος επειδή η μειωμένη ροή του σάλιου περιορίζει τον φυσικό καθαρισμό της στοματικής κοιλότητας. Έτσι συσσωρεύονται υπολείμματα τροφών, νεκρά κύτταρα και μικροοργανισμοί, ιδιαίτερα στη γλώσσα. Η αυξημένη μικροβιακή δραστηριότητα οδηγεί στην παραγωγή πτητικών ενώσεων του θείου, οι οποίες αποτελούν σημαντικούς παράγοντες της στοματικής κακοσμίας. Επιπλέον, η ξηρότητα μεταβάλλει το στοματικό μικροπεριβάλλον και μπορεί να επιδεινώσει την ουλίτιδα και την περιοδοντική νόσο, ενισχύοντας περαιτέρω την κακοσμία. [13].
Δεν είναι, όμως, ορθό να υποστηρίζεται γενικά ότι τα φάρμακα «αποβάλλονται μέσω του δέρματος και προκαλούν οσμή» — η συγκεκριμένη σχέση πρέπει να τεκμηριώνεται για κάθε φάρμακο και μεταβολίτη χωριστά.
4.3 Διατροφικοί παράγοντες
Η διατροφή μπορεί να επηρεάσει τη σωματική και κυρίως τη στοματική οσμή μέσω πτητικών ενώσεων ή μεταβολιτών που μπορούν να αποβάλλονται με την αναπνοή ή τον ιδρώτα. Το σκόρδο, το κρεμμύδι και ορισμένα άλλα τρόφιμα αποτελούν κλασικά παραδείγματα τροφών που μπορούν να τροποποιήσουν προσωρινά την οσμή της αναπνοής ή του σώματος [13]. Επομένως, η διατροφική συνήθεια αποτελεί χρήσιμο στοιχείο του ιστορικού όταν η μεταβολή της οσμής είναι πρόσφατη. Δεν υπάρχουν, όμως, επαρκή στοιχεία ώστε να προτείνεται μία συγκεκριμένη «δίαιτα κατά της γεροντικής οσμής» [2,3].
4.4 Στοματική υγεία
Η κακοσμία του στόματος (halitosis) πρέπει να διακρίνεται από την πραγματική μεταβολή της οσμής του δέρματος. Παρ’ όλα αυτά, η στοματική οσμή μπορεί να αποτελεί σημαντικό μέρος της συνολικής αντίληψης της οσμής ενός ηλικιωμένου ατόμου. Συστηματική ανασκόπηση έδειξε ότι περίπου 80–90% των περιπτώσεων κακοσμίας του στόματος σχετίζονται με ενδοστοματικούς παράγοντες, κυρίως επίστρωση της γλώσσας [Η συσσώρευση μικροοργανισμών και υπολειμμάτων στην επιφάνεια της γλώσσας, γνωστή ως γλωσσική επίστρωση (tongue coating), αποτελεί σημαντικό παράγοντα της στοματικής κακοσμίας], περιοδοντικές παθήσεις και ανεπαρκή στοματική υγιεινή, ενώ εξωστοματικοί παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων συστηματικών νοσημάτων, αντιστοιχούν σε μικρότερο ποσοστό [13]. Η ξηροστομία, η χαμηλή ροή σάλιου, η περιοδοντική νόσος, η τερηδόνα και η ανεπαρκής φροντίδα των οδοντοστοιχιών μπορούν να επιδεινώσουν την κακοσμία [13]. Για τον λόγο αυτό, η οδοντιατρική εξέταση αποτελεί σημαντικό μέρος της αξιολόγησης ενός ηλικιωμένου με επίμονη κακοσμία.
4.5 Μειωμένη σωματική δραστηριότητα και αυτοφροντίδα
Η μειωμένη κινητικότητα, η λειτουργική εξάρτηση και οι δυσκολίες αυτοφροντίδας μπορούν να δυσχεράνουν την καθημερινή καθαριότητα του σώματος, των ρούχων, των κλινοσκεπασμάτων και της στοματικής κοιλότητας. Η συσσώρευση ιδρώτα, σμήγματος, αποπιπτόντων κυττάρων και μικροοργανισμών μπορεί να αυξήσει την ένταση ορισμένων οσμών [2,3]. Ωστόσο, η ύπαρξη ηλικιακής σωματικής οσμής δεν σημαίνει κακή υγιεινή:Η χαρακτηριστική μεταβολή της οσμής μπορεί να εμφανιστεί ανεξάρτητα από την ποιότητα της προσωπικής καθαριότητας, επειδή ένα μέρος της σχετίζεται με ενδογενείς βιοχημικές μεταβολές του δέρματος [1-3].
- Κλινική σημασία: πότε η αλλαγή της οσμής μπορεί να υποδηλώνει νόσο
Η σωματική οσμή δεν αποτελεί από μόνη της διαγνωστικό τεστ. Ωστόσο, ορισμένες χαρακτηριστικές οσμές, ιδιαίτερα όταν εμφανίζονται ξαφνικά ή συνοδεύονται από άλλα συμπτώματα, μπορούν να αποτελέσουν αφορμή για περαιτέρω κλινική διερεύνηση [13-16].
Πίνακας 1. Ενδεικτικές παθολογικές οσμές και πιθανές κλινικές συσχετίσεις
| Τύπος οσμής | Ενδεικτική κλινική συσχέτιση |
| Φρουτώδης/ασετονική οσμή αναπνοής | Κετοναιμία, ιδιαίτερα σε διαβητική κετοξέωση |
| Αμμωνιακή/ουραιμική οσμή αναπνοής | Προχωρημένη νεφρική δυσλειτουργία/ουραιμία [14,15] |
| Foetor hepaticus | Προχωρημένη ηπατική νόσος [16,17] |
| Έντονη δυσοσμία με πυρετό ή τοπικά σημεία λοίμωξης | Πιθανή λοίμωξη, ανάλογα με την εστία |
Οι συσχετίσεις αυτές είναι ενδεικτικές και όχι διαγνωστικές· η οσμή από μόνη της δεν αρκεί για να τεθεί διάγνωση.
5.1 Σακχαρώδης διαβήτης και κετοναιμία
Σε σοβαρή έλλειψη ινσουλίνης και αυξημένη λιπόλυση αυξάνεται η παραγωγή κετονικών σωμάτων. Η ακετόνη είναι πτητική και αποβάλλεται μέσω της αναπνοής, προκαλώντας χαρακτηριστική φρουτώδη ή ακετονική οσμή. Η οσμή αυτή δεν αρκεί για τη διάγνωση διαβητικής κετοξέωσης. Όταν, όμως, συνδυάζεται με πολυουρία, πολυδιψία, ναυτία, έμετο, κοιλιακό άλγος, βαθιά ή ταχεία αναπνοή ή διαταραχή της συνείδησης, απαιτείται άμεση ιατρική αξιολόγηση.
5.2 Χρόνια νεφρική νόσος
Η προχωρημένη νεφρική δυσλειτουργία μπορεί να συνοδεύεται από χαρακτηριστική οσμή της αναπνοής, γνωστή ως ουραιμική δυσοσμία του στόματος (uremic fetor). Μελέτες αναπνεόμενων πτητικών ενώσεων έχουν δείξει αυξημένη αμμωνία σε ασθενείς με προχωρημένη χρόνια νεφρική νόσο, ενώ τα επίπεδα της εκπνεόμενης αμμωνίας μπορούν να μειώνονται κατά την αιμοκάθαρση [14,15]. Σε μελέτες ασθενών με νεφρική ανεπάρκεια έχουν επίσης παρατηρηθεί χαρακτηριστικές μεταβολές του συνολικού προφίλ των πτητικών οργανικών ενώσεων της εκπνοής [15]. Επομένως, μία νέα έντονη αμμωνιακή ή ουραιμική οσμή, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν συμπτώματα ουραιμίας ή σημαντική επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, δεν πρέπει να αποδίδεται αυτόματα στη γήρανση.
5.3 Ηπατική νόσος
Η προχωρημένη ηπατική νόσος μπορεί να συνοδεύεται από χαρακτηριστική οσμή της αναπνοής, γνωστή ως ηπατική κακοσμία στόματος (foetor hepaticus). Η συγκεκριμένη οσμή έχει συσχετιστεί ιστορικά με πτητικές θειούχες ενώσεις, μεταξύ των οποίων η μεθυλομερκαπτάνη [16]. Νεότερα δεδομένα υποδεικνύουν ότι και άλλες πτητικές ενώσεις, όπως η τριμεθυλαμίνη, μπορεί να συμμετέχουν στη μεταβολή της οσμής σε σοβαρή ηπατική νόσο [17]. Επομένως, το foetor hepaticus πρέπει να θεωρείται σύνθετο φαινόμενο και όχι αποτέλεσμα μίας μόνο ουσίας.
5.4 Συνδυασμός με άλλα συμπτώματα
Η ξαφνική ή σημαντική αλλαγή της οσμής έχει μεγαλύτερη κλινική σημασία όταν συνοδεύεται από άλλα νέα συμπτώματα, όπως ανεξήγητη απώλεια βάρους, πολυδιψία, πυρετό, σύγχυση, αλλαγές στην ούρηση, ίκτερο, έντονη αδυναμία ή άλλα σημεία συστηματικής νόσου. Η βασική κλινική διάκριση είναι επομένως μεταξύ μιας σταθερής, ήπιας και μακροχρόνιας ηλικιακής μεταβολής της οσμής και μιας αιφνίδιας, έντονης ή ασυνήθιστης οσμής που συνοδεύεται από άλλα συμπτώματα.
- Στρατηγικές διαχείρισης
6.1 Δερματική φροντίδα
Η φροντίδα του ηλικιωμένου δέρματος πρέπει να στοχεύει στη διατήρηση του επιδερμικού φραγμού και όχι στην επιθετική απομάκρυνση της φυσιολογικής μικροχλωρίδας. Ο ήπιος καθαρισμός με χλιαρό νερό και κατάλληλο ήπιο καθαριστικό μπορεί να απομακρύνει ιδρώτα, λιπίδια και μικροοργανισμούς χωρίς να επιβαρύνει υπερβολικά την ξηρότητα, ενώ η υπερβολικά συχνή χρήση ισχυρών καθαριστικών μπορεί να επιδεινώσει την ξηροδερμία και να διαταράξει τον επιδερμικό φραγμό [5-7].
Η εφαρμογή ενυδατικών ή μαλακτικών προϊόντων μετά το μπάνιο μπορεί να βοηθήσει στην αποκατάσταση και διατήρηση του φραγμού. Στο ηλικιωμένο δέρμα συνιστάται η χρήση ήπιων καθαριστικών, ώστε να αποφεύγεται η υπερβολική απομάκρυνση των φυσικών λιπιδίων, σε συνδυασμό με ενυδατικά προϊόντα που συμβάλλουν στην αποκατάσταση και διατήρηση των λιπιδίων της κεράτινης στιβάδας. [6,7].
Ιδιαίτερα σε ηλικιωμένα άτομα με ξηρό, τραχύ ή απολεπιζόμενο δέρμα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί λοσιόν με κολλοειδές βρώμης (Prurigkel), η οποία έχει ενυδατικές, μαλακτικές και προστατευτικές ιδιότητες και μπορεί να υποστηρίξει τη λειτουργία του επιδερμικού φραγμού [8-11]. Όπως αναφέρθηκε στην ενότητα 4.1, η βελτίωση της ενυδάτωσης, ο περιορισμός της απολέπισης και η υποστήριξη του μικροπεριβάλλοντος του δέρματος παρέχουν βιολογικά εύλογη βάση για πιθανή συμβολή και στον περιορισμό της δυσάρεστης ηλικιακής οσμής. Η χρήση της λοσιόν με κολλοειδές βρώμης (Prurigkel) αποτελεί μέτρο καθημερινής περιποίησης και αντιμετώπισης της οσμής και όχι θεραπεία της αιτίας της. Η εφαρμογή της χρειάζεται να επαναλαμβάνεται σύμφωνα με τις ανάγκες του δέρματος, καθώς η επίδρασή της συνδέεται με τη συνεχή περιποίηση και δεν συνεπάγεται μόνιμη εξάλειψη της οσμής.
Η χρήση αλκοολούχων προϊόντων δεν είναι απαραίτητα απαγορευμένη, αλλά σε άτομα με έντονη ξηροδερμία ή ευαίσθητο δέρμα πρέπει να αποφεύγεται η υπερβολική χρήση προϊόντων που επιδεινώνουν την ξηρότητα.
6.2 Διατροφικές παρεμβάσεις
Δεν υπάρχει τεκμηριωμένη ειδική δίαιτα που να εξαλείφει την ηλικιακή σωματική οσμή. Η διατροφή μπορεί, ωστόσο, να τροποποιεί ορισμένες πτητικές ενώσεις και ιδιαίτερα τη στοματική οσμή [13]. Επομένως, όταν ένα συγκεκριμένο τρόφιμο, όπως το σκόρδο ή το κρεμμύδι, έχει σαφή χρονική συσχέτιση με την οσμή, μπορεί να περιοριστεί. Δεν δικαιολογείται όμως γενικός αποκλεισμός ομάδων τροφίμων χωρίς συγκεκριμένο λόγο.
6.3 Ρούχα και περιβάλλον
Η χρήση καθαρών και διαπνέοντων υφασμάτων και η συχνή αλλαγή ρούχων μπορούν να μειώσουν τη συσσώρευση ιδρώτα και οσμηρών ενώσεων. Η καθαριότητα των κλινοσκεπασμάτων, των πετσετών και του περιβάλλοντος διαμονής μπορεί επίσης να επηρεάσει την αντιλαμβανόμενη ένταση της οσμής. Σε ηλικιωμένους με περιορισμένη κινητικότητα ή εξάρτηση από φροντιστή, η φροντίδα των ρούχων και του περιβάλλοντος αποτελεί σημαντικό τμήμα της συνολικής υγιεινής.
6.4 Στοματική υγιεινή
Η τακτική οδοντιατρική παρακολούθηση, ο καθαρισμός των δοντιών και της γλώσσας, η σωστή φροντίδα των οδοντοστοιχιών και η αντιμετώπιση της περιοδοντικής νόσου αποτελούν βασικά μέτρα για τη μείωση της κακοσμίας του στόματος οδοντοστοματικής προέλευσης. [13]. Στην καθημερινή υγιεινή φροντίδα των δοντιών (βουρτσισμα με οδοντόκρεμα και οδοντικό νήμα) μπορεί να προστεθούν οι στοματοπλύσεις του στοματοφαρυγγα με το διάλυμα αιθερίων ελαίων Gkelefzin. Αραιώνονται 4-5 σταγόνες του διαλύματος Gkelefzin σε μισό ποτήρι νερό και γίνονται στοματοπλύσεις και γαργάρες, που φτύνονται στο τέλος.
Στους ασθενείς με κακοσμία του στόματος και κακή απόπνοια που δεν αποδίδονται στο στόμα και τα δόντια αναζητουνται άλλες καταστασεις, που συνοδεύονται και από κακοσμία στόματος.
Η ξηροστομία, ανεξαρτήτως αιτιολογίας, θεωρείται παράγοντας που συμβάλλει στην πρόκληση κακοσμίας του στόματος. Αναζητείται το αίτιό της ξηροστομίας και ιδιαίτερα αυτής που οφείλεται στη χρήση ορισμένων φαρμάκων. Γενικά η ξηροστομία ανακουφίζεται με τη σωστή ενυδάτωση και τη συχνή χρήση, καθημερινά του διαλύματος στοματικών ψεκασμών Xerogkelin (υποκατάστατο σάλιου) [13].
- «Γεροντίλα»: ένας λαϊκός όρος για ένα πραγματικό βιολογικό φαινόμενο
Η λέξη «γεροντίλα» είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα από γλωσσική και κοινωνική άποψη. Περιγράφει με παραστατικό τρόπο μια εμπειρική παρατήρηση: την αντίληψη ότι ορισμένοι ηλικιωμένοι άνθρωποι έχουν χαρακτηριστική σωματική οσμή. Η διεθνής βιβλιογραφία αναφέρεται στο φαινόμενο με όρους όπως old people smell, old person smell και age-related body odor [2,3]. Η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι η αντίληψη αυτή δεν είναι απλώς αποτέλεσμα κοινωνικού στερεοτύπου: υπάρχουν μετρήσιμες μεταβολές της χημικής σύστασης της σωματικής οσμής με την ηλικία, μεταξύ των οποίων η παρουσία της 2-νονενάλης και άλλων πτητικών ενώσεων [1-3].
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε ηλικιωμένος έχει την ίδια οσμή ή ότι η 2-νονενάλη είναι η μοναδική υπεύθυνη ουσία. Οι ατομικές διαφορές, η διατροφή, το μικροβίωμα, η λειτουργία των αδένων, η κατάσταση του δέρματος, η στοματική υγεία, τα φάρμακα και το περιβάλλον μπορούν να μεταβάλλουν σημαντικά το τελικό οσμητικό προφίλ [2,3,5,13]. Η λέξη «γεροντίλα» επομένως μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε εκλαϊκευμένο ή δοκιμιακό κείμενο, αλλά σε επιστημονικό άρθρο πρέπει να συνοδεύεται από σαφή διευκρίνιση ότι πρόκειται για λαϊκή έκφραση και όχι για ιατρική διάγνωση ή επιστημονικό όρο. Μία χαρακτηριστική διατύπωση θα ήταν: «Αυτό που στην καθημερινή γλώσσα αποκαλούμε “γεροντίλα” δεν είναι απλώς ζήτημα καθαριότητας. Η ηλικιακή μεταβολή της σωματικής οσμής έχει βιολογική βάση και σχετίζεται με μεταβολές των δερματικών λιπιδίων, της λειτουργίας των αδένων και του μικροβιώματος.»
- Συμπέρασμα
Η αλλαγή της σωματικής οσμής με την πάροδο της ηλικίας αποτελεί πραγματικό και πολυπαραγοντικό βιολογικό φαινόμενο. Η 2-νονενάλη είναι μία από τις καλύτερα μελετημένες ενώσεις που σχετίζονται με την ηλικιακή μεταβολή της σωματικής οσμής και μπορεί να σχηματίζεται μέσω οξειδωτικής αποικοδόμησης ω7 ακόρεστων λιπαρών οξέων της επιφάνειας του δέρματος [1,2]. Η ηλικιακή μεταβολή της οσμής, όμως, δεν εξαντλείται στη 2-νονενάλη: οι αλλαγές στη λειτουργία των σμηγματογόνων και ιδρωτοποιών αδένων, στη σύσταση των λιπιδίων του δέρματος, στη λειτουργία του επιδερμικού φραγμού και στο μικροβίωμα συμβάλλουν στη διαμόρφωση του τελικού οσμητικού προφίλ [2-5].
Η ξηροδερμία, η στοματική υγεία, η φαρμακευτική αγωγή, η διατροφή, η κινητικότητα και η δυνατότητα αυτοφροντίδας μπορούν να τροποποιήσουν περαιτέρω τη σωματική ή στοματική οσμή [6,7,13]. Επομένως, η ηλικιακή οσμή δεν πρέπει να εξισώνεται με την κακή υγιεινή ούτε να αποτελεί αιτία στιγματισμού των ηλικιωμένων. Από την άλλη πλευρά, μία νέα, έντονη ή ασυνήθιστη οσμή, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται από άλλα συμπτώματα, μπορεί να αποτελέσει κλινικό προειδοποιητικό σημείο: η ασετονική οσμή μπορεί να εμφανιστεί σε σοβαρή κετοναιμία, η ουραιμική οσμή έχει συσχετιστεί με προχωρημένη νεφρική δυσλειτουργία και το foetor hepaticus με σοβαρή ηπατική νόσο [14-17]. Οι οσμές αυτές, όμως, δεν αποτελούν από μόνες τους διαγνωστικά κριτήρια.
Τελικά, αυτό που λαϊκά ονομάζεται «γεροντίλα» μπορεί να ιδωθεί ως η καθημερινή ονομασία ενός σύνθετου φαινομένου της ανθρώπινης γήρανσης. Πίσω από μια οικεία και κάπως αδόκιμη λέξη κρύβεται μία ενδιαφέρουσα αλληλεπίδραση της χημείας των λιπιδίων, της βιολογίας του δέρματος, του μικροβιώματος και της συνολικής φυσιολογίας του ηλικιωμένου ανθρώπου.
Βιβλιογραφικές αναφορές
- Haze S, Gozu Y, Nakamura S, Kohno Y, Sawano K, Ohta H, Yamazaki K. 2-Nonenal newly found in human body odor tends to increase with aging. J Invest Dermatol. 2001;116(4):520-524. doi:10.1046/j.0022-202x.2001.01287.x. PMID:11286617.
- Yamazaki S, Hoshino K, Kusuhara M. Odor associated with aging. Anti-Aging Med. 2010;7(6):60-65. doi:10.3793/jaam.7.60.
- di Cicco F, Evans RL, James AG, Weddell I, Chopra A, Smeets MAM. Intrinsic and extrinsic factors affecting axillary odor variation: a comprehensive review. Physiol Behav. 2023;270:114307. doi:10.1016/j.physbeh.2023.114307.
- Pappas A. Epidermal surface lipids and skin aging. In: Farage MA, Miller KW, Maibach HI, editors. Textbook of Aging Skin. Berlin: Springer; 2010. p. 261-274.
- Woo YR, Kim HS. Interaction between the microbiota and the skin barrier in aging skin: a comprehensive review. Front Physiol. 2024;15:1322205. doi:10.3389/fphys.2024.1322205. PMID:38312314.
- White-Chu EF, Reddy M. Dry skin in the elderly: complexities of a common problem. Clin Dermatol. 2011;29(1):37-42. doi:10.1016/j.clindermatol.2010.07.005.
- Draelos ZD, Raymond I, Fabi SG, et al. Promoting a healthy skin barrier using skin care in people with mature skin xerosis. J Drugs Dermatol. 2024;23(2):135-140.
- Kurtz ES, Wallo W. Colloidal oatmeal: history, chemistry and clinical properties. J Drugs Dermatol. 2007;6(2):167-170. PMID:17373175.
- Chon SH, Tannahill R, Yao X, Southall MD, Pappas A. Keratinocyte differentiation and upregulation of ceramide synthesis induced by an oat lipid extract via the activation of PPAR pathways. Exp Dermatol. 2015;24(4):290-295. doi:10.1111/exd.12658. PMID:25651930.
- Liu-Walsh F, Tierney NK, Hauschild J, Rush AK, Masucci J, Leo GC, et al. Prebiotic colloidal oat supports the growth of cutaneous commensal bacteria including S. epidermidis and enhances the production of lactic acid. Clin Cosmet Investig Dermatol. 2021;14:73-82. doi:10.2147/CCID.S253386. PMID:33500646.
- Capone K, Kirchner F, Klein SL, Tierney NK. Effects of colloidal oatmeal topical atopic dermatitis cream on skin microbiome and skin barrier properties. J Drugs Dermatol. 2020;19(5):524-531. doi:10.36849/JDD.2020.4924. PMID:32484623.
- Kemper M, Bielfeldt S, Knie U, Wilhelm KP, Abels C. Significant reduction of body odor in older people with a pH 4.0 emulsion. 2015;2(2):136-145. doi:10.3390/cosmetics2020136.
- Memon MA, Memon HA, Muhammad FE, Fahad S, Siddiqui A, Lee KY, et al. Aetiology and associations of halitosis: a systematic review. Oral Dis. 2023;29(4):1432-1438. doi:10.1111/odi.14172. PMID:35212093.
- Davies SJ, Španěl P, Smith D. Breath analysis of ammonia, volatile organic compounds and deuterated water vapor in chronic kidney disease and during dialysis. 2014;6(6):843-857. doi:10.4155/bio.14.26. PMID:24702114.
- Davies SJ, Španěl P, Smith D. Volatile organic compounds in uremia. PLoS One. 2012;7(10). doi:10.1371/journal.pone.0046258. PMID:23049998.
- Challenger F, Walshe JM. Methyl mercaptan in relation to foetor hepaticus. Biochem J. 1955;59(3):372-375. doi:10.1042/bj0590372. PMID:14363103.
- Mitchell SC, Zhang AQ, Smith RL. Trimethylamine and foetor hepaticus. Scand J Gastroenterol. 1999;34(5):524-529. PMID:10423071.