Διαταραχή του Δερματικού Φραγμού και Λειτουργική Αφυδάτωση του Τριχωτού μετά από Μεταμόσχευση Μαλλιών: Παθοφυσιολογία, Κλινικές Επιπτώσεις και Υποστηρικτική Φροντίδα©

Δρ Δημήτριος Ν. Γκελης (MD, ORL, DDS, PhD, Aικατερίνη Γκέλη (MD, Radiologist)

Εισαγωγή

Η μεταμόσχευση μαλλιών ακολουθεί πέντε βασικά βήματα: χειρουργικό σχεδιασμό, συλλογή μοσχευμάτων από τη δότρια περιοχή (συνήθως στο πίσω μέρος του κεφαλιού), μικροσκοπική προετοιμασία των μοσχευμάτων, δημιουργία υποδοχών στη λήπτρια περιοχή και τέλος εμφύτευση.

Υπάρχουν τρεις κύριες τεχνικές. Η FUE (Follicular Unit Extraction) χρησιμοποιεί μικροσκοπικό κυλινδρικό νυστέρι (punch) (0,6-1,0 mm) για εξαγωγή ενός-ενός τριχοθυλακίου, χωρίς γραμμική ουλή, με ταχύτερη επούλωση. Η FUT (Follicular Unit Transplantation) αφαιρεί λωρίδα δέρματος από τη δότρια περιοχή, αφήνοντας γραμμική ουλή, αλλά επιτρέπει συλλογή πολλών μοσχευμάτων ταχύτερα. Η DHI (Direct Hair Implantation) είναι εξελιγμένη FUE όπου η εμφύτευση γίνεται ταυτόχρονα με τη δημιουργία υποδοχής χρησιμοποιώντας ειδικό στυλό (implanter pen), προσφέροντας μεγαλύτερη ακρίβεια.

Η ανάρρωση είναι γρήγορη: επιστροφή σε δραστηριότητες σε λίγες ημέρες, εφελκίδες αποπίπτουν σε 7-14 ημέρες. Τα μεταμοσχευμένα μαλλιά πέφτουν προσωρινά στους 2-3 μήνες, νέα ανάπτυξη εμφανίζεται στους 4-6 μήνες, ενώ το τελικό αποτέλεσμα φαίνεται στους 12-18 μήνες[1].

Η μεταμόσχευση μαλλιών αποτελεί μία ελάχιστα επεμβατική χειρουργική τεχνική, η οποία ωστόσο προκαλεί εκτεταμένο μικροτραυματισμό του τριχωτού της κεφαλής λόγω της δημιουργίας χιλιάδων μικροσκοπικών σημείων εξαγωγής και εμφύτευσης μοσχευμάτων [1]. Παρά τη σχετικά ταχεία επούλωση των επιφανειακών βλαβών, η διαδικασία συνοδεύεται από παροδική διαταραχή του δερματικού φραγμού, αυξημένη διαδερμική απώλεια ύδατος (transepidermal water loss – TEWL), τοπική φλεγμονή και λειτουργική αφυδάτωση του δέρματος [2,3]. Η διατήρηση της ακεραιότητας του δερματικού φραγμού είναι ουσιώδης για την ομαλή επούλωση, τη μείωση του ερεθισμού και τη δημιουργία σταθερού μικροπεριβάλλοντος για την επιβίωση των μοσχευμάτων [4]. Τα τελευταία χρόνια, η έννοια της «θεραπείας αποκατάστασης του δερματικού φραγμού» (barrier repair therapy) έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία στη δερματολογική και μετεγχειρητική φροντίδα [5].

Ο φυσιολογικός δερματικός φραγμός του τριχωτού της κεφαλής

Ο δερματικός φραγμός αποτελείται κυρίως από την κεράτινη στιβάδα, τα μεσοκυττάρια επιδερμικά λιπίδια και τις στενές συνδέσεις των κερατινοκυττάρων [2]. Η κεράτινη στιβάδα λειτουργεί ως φυσικός μηχανισμός συγκράτησης ύδατος, προστασίας από μικροβιακή διείσδυση και άμυνας έναντι χημικών και μηχανικών ερεθισμάτων [6]. Τα σημαντικότερα επιδερμικά λιπίδια περιλαμβάνουν τα κεραμίδια, τη χοληστερόλη και τα ελεύθερα λιπαρά οξέα [7]. Η φυσιολογική λειτουργία του δερματικού φραγμού εξαρτάται από την ακεραιότητα αυτών των δομών και από τη σωστή οργάνωση της εξωκυττάριας λιπιδικής στοιβάδας [2].

Οι ίνες κολλαγόνου δεν αποτελούν δομικό συστατικό του δερματικού φραγμού όπως αυτός ορίζεται στην περιγραφή που παρατέθηκε πιο πάνω. Ο δερματικός φραγμός αφορά αποκλειστικά την επιδερμίδα (κυρίως την κεράτινη στιβάδα, τα λιπίδια και τις στενές συνδέσεις). Το κολλαγόνο βρίσκεται στο χόριο (δέρμα) και έχει διαφορετικό, εξίσου σημαντικό ρόλο.

Συγκεκριμένα, οι ίνες κολλαγόνου (κυρίως τύπου Ι και ΙΙΙ) στο χόριο:

  • Παρέχουν μηχανική αντοχή και ελαστικότηταστο δέρμα, προλαμβάνοντας τις ρήξεις υπό τάση.
  • Λειτουργούν ως ιστικός σκελετόςπου συγκρατεί τα αιμοφόρα αγγεία, τα νεύρα και τους θύλακες των τριχών.
  • Συμμετέχουν ενεργά στη φάση της επιδιόρθωσης του τραύματος(π.χ. μετά από μεταμόσχευση), όπου τα νεοσυντιθέμενα κολλαγόνα (αρχικά τύπου ΙΙΙ και σταδιακά τύπου Ι) σταθεροποιούν την περιοχή και αποκαθιστούν την ιστική ακεραιότητα.
  • Η αναδιαμόρφωση του κολλαγόνουείναι αυτή που καθορίζει τον τελικό βαθμό ουλοποίησης (π.χ. διάσπαρτες μικρές ουλές από τα punches στη FUE).

Αντίθετα, η διαταραχή του δερματικού φραγμού (αύξηση TEWL, ξηρότητα) αφορά την επιδερμίδα και δεν σχετίζεται άμεσα με το κολλαγόνο, εκτός εάν υπάρχει βαθύτερη βλάβη που εκτείνεται στο χόριο.

 

Τα κυλινδρικά νυστέρια (skin punches) στη μεταμόσχευση μαλλιών και η επίδρασή τους στον δερματικό φραγμό

Τα skin punches αποτελούν το βασικό εργαλείο της σύγχρονης τεχνικής μεταμόσχευσης μαλλιών Follicular Unit Extraction (FUE) και χρησιμοποιούνται για την εξαγωγή μεμονωμένων τριχοθυλακικών μονάδων από τη δότρια περιοχή του τριχωτού της κεφαλής. Πρόκειται για μικροσκοπικά κυλινδρικά χειρουργικά εργαλεία που εφαρμόζονται κάθετα ή ημι-κάθετα στο δέρμα και επιτρέπουν την ακριβή κυκλική αποκοπή ενός μικρού ιστού που περιέχει συνήθως 1-4 τριχοθυλάκια [1,2]. Η διάμετρός τους κυμαίνεται συνήθως από 0,6 mm έως 1,0 mm στη σύγχρονη FUE τεχνική, ενώ παλαιότερα έφθανε έως και 4-5 mm. Η τεχνική FUE βασίζεται στη δημιουργία μικρών κυκλικών τομών γύρω από κάθε μονάδα τριχοθυλακίου (follicular unit), με στόχο την ατραυματική αποδέσμευση του τριχοθυλακίου χωρίς σημαντική καταστροφή του βολβού ή του περιβάλλοντος ιστού [2,3]. Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται η γραμμική ουλή της παλαιότερης τεχνικής strip harvesting και επιτυγχάνεται ταχύτερη επούλωση της δότριας περιοχής [1].

Παρότι τα skin punches θεωρούνται ελάχιστα επεμβατικά, η δράση τους δεν είναι βιολογικά ουδέτερη. Κάθε εφαρμογή τους δημιουργεί έναν ελεγχόμενο μικροτραυματισμό του δέρματος, καθώς διακόπτεται η συνέχεια της επιδερμίδας και του επιφανειακού χορίου [3]. Η διαδικασία αυτή διασπά μηχανικά την κεράτινη στιβάδα, δημιουργεί χιλιάδες μικροκανάλια, προκαλεί φλεγμονώδη αντίδραση και αυξάνει τη διαπερατότητα της επιδερμίδας. Βιολογικά, το τραύμα της μεταμόσχευσης παρουσιάζει ομοιότητες με το κλασματικό λέιζερ ανανέωσης δέρματος (fractional laser resurfacing), τη μικροβελόνωση ή μικροβελονισμός  (microneedling) μεγάλης έκτασης ή τις επιφανειακές χειρουργικές βλάβες [8]. Ως αποτέλεσμα, παρατηρείται προσωρινή αποδιοργάνωση της της ομοιόστασης του δερματικού φραγμού (barrier homeostasis) και αύξηση της TEWL [5].

Σε κυτταρικό επίπεδο, η δημιουργία των μικροοπών διάτρησης (punch sites) προκαλεί διαταραχή της κεράτινης στιβάδας, απελευθέρωση φλεγμονωδών μεσολαβητών (όπως IL-1, TNF-α), ενεργοποίηση ουδετερόφιλων και μακροφάγων και έναρξη της επανεπιθηλιοποίησης [4,5]. Αυτό οδηγεί σε παροδική διαταραχή του δερματικού φραγμού, με αύξηση της διαδερμικής απώλειας ύδατος και μείωση της ικανότητας συγκράτησης νερού από την κεράτινη στιβάδα [6]. Η κατάσταση αυτή είναι αναμενόμενη μετά από κάθε μορφή ελεγχόμενου δερματικού τραύματος και έχει περιγραφεί εκτενώς σε δερματοχειρουργικές επεμβάσεις και κλασματικές τεχνικές ανανέωσης δέρματος (fractional τεχνικές) [6,7].

Οι μικροοπές που δημιουργούνται από τους δερματοδιατρητήρες (punches) επουλώνονται σχετικά γρήγορα, λόγω της υψηλής αναγεννητικής ικανότητας του τριχωτού της κεφαλής και της πλούσιας αγγείωσής του. [5]. Συνήθως, η επιφανειακή αποκατάσταση του επιθηλίου ολοκληρώνεται εντός 7-14 ημερών, ενώ η πλήρης λειτουργική αποκατάσταση του δερματικού φραγμού (συμπεριλαμβανομένης της αποκατάστασης των λιπιδίων και της ομαλοποίησης της TEWL) απαιτεί αρκετές εβδομάδες [6,8]. Η ποιότητα του δερματοδιατρητήρα (punch) επηρεάζει άμεσα την επιβίωση του τριχοθυλακίου, το ποσοστό διατομής (transection, δηλαδή το ακούσιο κόψιμο του τριχοθυλακίου), τη δημιουργία ουλής στη δότρια περιοχή και την ταχύτητα επούλωσης.

Όσο μικρότερος και πιο αμβλύς (blunt) είναι ο δερματοδιατρητήρας (punch), τόσο πιο ατραυματική είναι η εξαγωγή.

Η σημασία των δερματικών μικροοπών (skin punches) δεν περιορίζεται στην τεχνική εξαγωγής, αλλά επεκτείνεται στη συνολική βιολογική απόκριση του δέρματος. Αν και κάθε μεμονωμένη μικροοπή προκαλεί ελάχιστη βλάβη, ο μεγάλος αριθμός τους σε μία συνεδρία (συχνά εκατοντάδες έως χιλιάδες) οδηγεί σε αθροιστική επιβάρυνση του δερματικού φραγμού [1]. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε εκτεταμένες επεμβάσεις, όπου η συνολική επιφάνεια μικροτραυματισμού μπορεί να είναι σημαντική. Για τον λόγο αυτό, η μετεγχειρητική φροντίδα στοχεύει όχι μόνο στην προστασία των μοσχευμάτων, αλλά και στη γρήγορη αποκατάσταση της λειτουργίας του επιδερμικού φραγμού, στη μείωση της φλεγμονής και στην ελαχιστοποίηση της TEWL [6].

Λειτουργική αφυδάτωση του δέρματος μετά τη μεταμόσχευση

Η αυξημένη διαδερμική απώλεια ύδατος οδηγεί σε λειτουργική αφυδάτωση του τριχωτού [9]. Η κατάσταση αυτή δεν αντιστοιχεί σε συστηματική αφυδάτωση του οργανισμού, αλλά σε αδυναμία του δέρματος να συγκρατήσει επαρκή ποσότητα νερού λόγω της προσωρινής βλάβης του φραγμού [2]. Κλινικά, η λειτουργική αφυδάτωση εκδηλώνεται με ξηρότητα, αίσθημα τάσης («τραβήγματος»), απολέπιση, σχηματισμό εφελκίδων, κνησμό και αυξημένη ευαισθησία [10]. Η ξηρότητα του τριχωτού είναι ιδιαίτερα συχνή μεταξύ της 5ης και της 20ής μετεγχειρητικής ημέρας, κατά την οποία οι εφελκίδες αποπίπτουν, η φλεγμονή υποχωρεί, αλλά ο επιδερμικός φραγμός παραμένει λειτουργικά ανώριμος [11].

Ο ρόλος της φλεγμονής στη διαταραχή του δερματικού φραγμού

Η χειρουργική κάκωση ενεργοποιεί πολλαπλούς φλεγμονώδεις μηχανισμούς [12]. Παρατηρείται αυξημένη παραγωγή IL-1, TNF-α, προσταγλανδινών και αντιδραστικών μορφών οξυγόνου [12]. Οι φλεγμονώδεις αυτοί μεσολαβητές αυξάνουν τη διαπερατότητα της επιδερμίδας, διαταράσσουν την οργάνωση των λιπιδίων και επιβραδύνουν προσωρινά την αποκατάσταση του φραγμού [7]. Ως αποτέλεσμα, πολλοί ασθενείς εμφανίζουν παρατεταμένο ερύθημα, αίσθημα καύσου ή ευαισθησία του τριχωτού για εβδομάδες μετά την επέμβαση [13].

Χρόνος αποκατάστασης του δερματικού φραγμού

Η επιφανειακή επανεπιθηλιοποίηση μετά από μεταμόσχευση μαλλιών ολοκληρώνεται συνήθως μέσα σε 7-10 ημέρες [14]. Ωστόσο, η πλήρης λειτουργική αποκατάσταση του δερματικού φραγμού απαιτεί σημαντικά περισσότερο χρόνο [5]. Η αποκατάσταση της κεράτινης στιβάδας, της οργάνωσης των επιδερμικών λιπιδίων και της φυσιολογικής TEWL μπορεί να χρειαστεί 4-8 εβδομάδες [15]. Σε ασθενείς με ευαίσθητο δέρμα, ατοπία, σμηγματορροϊκή δερματίτιδα ή εκτεταμένη μεταμόσχευση, η ξηρότητα και το ερύθημα ενδέχεται να παραμείνουν για 2-3 μήνες [16].

Η σημασία της αποκατάστασης του δερματικού φραγμού

Η ομαλή αποκατάσταση του δερματικού φραγμού είναι σημαντική διότι μειώνει τη φλεγμονή, περιορίζει τη μικροβιακή διείσδυση, μειώνει τον κνησμό, βελτιώνει την άνεση του ασθενούς και σταθεροποιεί το μικροπεριβάλλον των μοσχευμάτων [17]. Επιπλέον, η παρατεταμένη ξηρότητα και ο ερεθισμός μπορεί να οδηγήσουν σε ξύσιμο, μηχανικό τραυματισμό ή θυλακίτιδα [18].

Χρησιμοποίηση προϊόντων αποκατάστασης του δερματικού φραγμού  και υποστηρικτική φροντίδα

Τα τελευταία χρόνια, η χρήση προϊόντων αποκατάστασης του δερματικού φραγμού  μετά από δερματολογικές επεμβάσεις έχει αυξηθεί σημαντικά [5]. Οι σημαντικότερες κατηγορίες συστατικών περιλαμβάνουν τους παράγοντες συγκράτησης υγρασίας (umectants) (προσελκύουν νερό στην κεράτινη στιβάδα, π.χ. glycerin, panthenol, hyaluronic acid) [9,19], τους occlusive παράγοντες (μειώνουν την TEWL, π.χ. dimethicone, petrolatum, beeswax) [20], τα barrier lipids (αναπληρώνουν τη λιπιδική στοιβάδα, π.χ. ceramides, cholesterol, free fatty acids) [21] και αντιφλεγμονώδη/επουλωτικά συστατικά (π.χ. colloidal oatmeal, Centella asiatica, allantoin, Aloe vera) [22]. Τα συστατικά αυτά πιθανώς συμβάλλουν στη μείωση του ερεθισμού, στην επιτάχυνση της λειτουργικής αποκατάστασης και στη βελτίωση της άνεσης του ασθενούς [5].

Αποκατάσταση του δερματικού φραγμού μετά από μεταμόσχευση μαλλιών με την εφαρμογή της λοσιόν Prurigkel

Με βάση τη σύσταση της συγκεκριμένης λοσιόν, τη φυσιολογία της επούλωσης μετά από μεταμόσχευση μαλλιών και τα δεδομένα της δερματολογικής βιβλιογραφίας, η χρήση της θα μπορούσε θεωρητικά να ξεκινήσει όταν έχει αποκατασταθεί η βασική ακεραιότητα της επιδερμίδας και έχουν σταθεροποιηθεί τα μοσχεύματα, δηλαδή συνήθως μετά την 7η-10η μετεγχειρητική ημέρα [1,2]. Ωστόσο, επειδή η λοσιόν περιέχει parfum (fragrance), phenoxyethanol και αρκετά φυτικά εκχυλίσματα, τα οποία δυνητικά μπορούν να προκαλέσουν ερεθισμό σε πρόσφατα τραυματισμένο δέρμα [3], πρακτικά θεωρείται ασφαλέστερο να χρησιμοποιηθεί μετά την πλήρη αποκόλληση των εφελκίδων, απουσία ενεργού ερυθήματος ή εξιδρώματος, και εφόσον ο χειρουργός δεν έχει διαφορετικές οδηγίες. Στην πλειονότητα των ασθενών αυτό αντιστοιχεί περίπου στις 10-14 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση [4].

Γιατί όχι νωρίτερα; Κατά τις πρώτες 5-7 ημέρες τα μοσχεύματα βρίσκονται ακόμη σε φάση αρχικής αγκύρωσης, ο επιδερμικός φραγμός είναι ατελής, υπάρχουν μικροσκοπικά ανοικτά κανάλια εμφύτευσης και το δέρμα εμφανίζει αυξημένη διαπερατότητα [5]. Σε αυτή τη φάση προτιμώνται συνήθως φυσιολογικός ορός, thermal water sprays ή πολύ απλά επουλωτικά χωρίς άρωμα και φυτικά εκχυλίσματα [6]. Η πρόωρη εφαρμογή πιο «δραστικής» λοσιόν θα μπορούσε θεωρητικά να αυξήσει τον ερεθισμό, τον κνησμό, την παρατεταμένη ερυθρότητα ή σπανιότερα τη θυλακίτιδα [7]. Τα κύρια πιθανά ερεθιστικά συστατικά της λοσιόν είναι το Parfum, το Phenoxyethanol, τα φυτικά εκχυλίσματα (Calendula, Aloe, Centella) και η Piroctone olamine [3,8]. Παρότι τα περισσότερα είναι γενικά ασφαλή, το πρόσφατα μεταμοσχευμένο τριχωτό εμφανίζει προσωρινά αυξημένη ευαισθησία λόγω μικροτραυματισμού, νεοαγγειογένεσης και φλεγμονώδους μικροπεριβάλλοντος [9].

Προτεινόμενη συχνότητα και διάρκεια χρήσης

Με βάση τη σύνθεση της λοσιόν, η πιο λογική εφαρμογή είναι η εξής: Κατά την πρώτη φάση (ημέρες 10-20) συνιστάται 1 φορά ημερησίως, σε λεπτό στρώμα, χωρίς έντονο μασάζ, ιδανικά το βράδυ. Ο στόχος σε αυτή τη φάση είναι η ενίσχυση του δερματικού φραγμού, η μείωση της ξηρότητας και η υποστήριξη της επουλωτικής φάσης [10]. Κατά τη δεύτερη φάση (3η-6η εβδομάδα), εφόσον δεν υπάρχει ερεθισμός, η χρήση μπορεί να αυξηθεί σε 1-2 φορές ημερησίως. Σε αυτό το στάδιο η επανεπιθηλιοποίηση έχει ολοκληρωθεί, αλλά συνεχίζεται η αναδιαμόρφωση του κολλαγόνου και η ωρίμανση του δέρματος [11]. Η δράση συστατικών όπως το panthenol, η Centella asiatica, η allantoin, το oat extract και η glycerin μπορεί θεωρητικά να βοηθά στη σταθεροποίηση του φραγμού και στη μείωση του υποκλινικού ερεθισμού [12-15].

Πρακτικά λογική διάρκεια χρήσης είναι οι 4-6 εβδομάδες συνολικά. Αυτό συμπίπτει με τη φάση αναδιαμόρφωσης της εξωκυττάριας ουσίας, τη σταδιακή αποκατάσταση της αγγείωσης και τη φυσιολογική επαναφορά της λειτουργίας του δερματικού φραγμού [11]. Η λοσιόν μπορεί να συνεχιστεί έως 2-3 μήνες, ιδιαίτερα αν ο ασθενής εμφανίζει παρατεταμένο ερύθημα, ξηρότητα, ευαισθησία ή σμηγματορροϊκή τάση[16]. Τα πιο χρήσιμα συστατικά της λοσιόν που πιθανώς προσφέρουν το μεγαλύτερο όφελος μετά τη 2η εβδομάδα είναι το panthenol (επιθηλιοποίηση και ινοβλάστες) [12], η Centella asiatica (σύνθεση κολλαγόνου) [13], η glycerin (αποκατάσταση φραγμού) [14], το κολλοειδές βρώμης (oat extract) (αντιφλεγμονώδης δράση) [15], η dimethicone (μείωση TEWL) [17] και η allantoin (επουλωτική δράση) [18].

Συμπεράσματα

Η μεταμόσχευση μαλλιών προκαλεί αναμφίβολα παροδική διαταραχή του δερματικού φραγμού του τριχωτού της κεφαλής [1-3]. Η διαταραχή αυτή συνοδεύεται από αυξημένη διαδερμική απώλεια ύδατος, λειτουργική αφυδάτωση, τοπική φλεγμονή και αυξημένη ευαισθησία του δέρματος [2,9]. Παρότι η επιφανειακή επούλωση ολοκληρώνεται σχετικά γρήγορα, η πλήρης λειτουργική αποκατάσταση του φραγμού απαιτεί αρκετές εβδομάδες [15]. Για τον λόγο αυτό, η χρήση ήπιων  προϊόντων αποκατάστασης δερματικου φραγμού με παράγοντες συγκράτησης υγρασίας, , αποφρακτικές ουσίες (occlusives), λιπίδια του δερματικού φραγμού (barrier lipids) και αντιφλεγμονώδη συστατικά μπορεί θεωρητικά να βελτιώσει την ποιότητα επούλωσης και την άνεση του ασθενούς [5,17].

Η συγκεκριμένη λοσιόν Prurigkel φαίνεται βιολογικά κατάλληλη ως υποστηρικτικό προϊόν αποκατάστασης του δερματικού φραγμού μετά από μεταμόσχευση μαλλιών, κυρίως λόγω της παρουσίας panthenol, Centella asiatica, glycerin, oat extract, allantoin, shea butter και dimethicone. Ο πιθανότερος ασφαλής χρόνος έναρξης της εφαρμογής είναι περίπου 10-14 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση, όταν έχουν αποκολληθεί οι εφελκίδες. Η προτεινόμενη χρήση είναι 1 φορά ημερησίως αρχικά και έπειτα 1-2 φορές ημερησίως για περίπου 4-6 εβδομάδες. Η παρατεταμένη χρήση πέραν του μήνα είναι συνήθως ασφαλής. Η σύγχρονη μετεγχειρητική φροντίδα στη μεταμόσχευση μαλλιών δεν περιορίζεται πλέον μόνο στην επιβίωση των μοσχευμάτων, αλλά περιλαμβάνει και τη βελτιστοποίηση της λειτουργίας του δερματικού φραγμού και της μικροφλεγμονής του τριχωτού.

Βιβλιογραφία

1.Unger R, Shapiro R, editors. Hair Transplantation. 6th ed. New York: Thieme; 2023.

2.Elias PM. Skin barrier function. Curr Allergy Asthma Rep. 2008;8(4):299-305.

3.Proksch E, Brandner JM, Jensen JM. The skin: an indispensable barrier. Exp Dermatol. 2008;17(12):1063-72.

4.Gurtner GC, Werner S, Barrandon Y, Longaker MT. Wound repair and regeneration. Nature. 2008;453(7193):314-21.

5.Darlenski R, et al. Skin barrier function after dermatologic procedures. Clin Dermatol. 2012;30(3):305-12.

6.Madison KC. Barrier function of the skin. J Invest Dermatol. 2003;121(2):231-41.

7.Feingold KR. The outer frontier: the importance of lipid metabolism in the skin. J Lipid Res. 2009;50 Suppl:S417-22.

8.Aust MC, et al. Percutaneous collagen induction therapy. Plast Reconstr Surg. 2008;121(4):1421-9.

9.Fluhr JW, et al. Glycerol accelerates recovery of barrier function. Acta Derm Venereol. 1999;79(6):418-21.

10.Lodén M. Role of topical emollients and moisturizers in treatment of dry skin barrier disorders. Am J Clin Dermatol. 2003;4(11):771-88.

11.Jimenez F, et al. Hair transplantation complications. Actas Dermosifiliogr. 2021;112(9):812-21.

12.Martin P. Wound healing—aiming for perfect skin regeneration. Science. 1997;276(5309):75-81.

13.Parsley WM, Perez-Meza D. Complications in hair restoration surgery. Facial Plast Surg Clin North Am. 2013;21(3):505-20.

  1. Beehner ML. Hair transplantation graft survival. Facial Plast Surg Clin North Am. 2013;21(3):451-8.

15.Elias PM, Wakefield JS. Therapeutic implications of a barrier-based pathogenesis of atopic dermatitis. Clin Rev Allergy Immunol. 2011;41(3):282-95.

16.Misery L. Sensitive scalp syndrome. Eur J Dermatol. 2019;29(5):445-50.

17.Gold MH. Post-procedure skin care. J Clin Aesthet Dermatol. 2010;3(7):36-40.

18.Otberg N, Shapiro J. Hair growth disorders. Berlin: Springer; 2008.

19.Draelos ZD. The science behind skin care: moisturizers. J Cosmet Dermatol. 2018;17(2):138-44.

20.Ananthapadmanabhan KP, et al. Moisturizing effects of silicone compounds. Skin Res Technol. 2004;10(4):241-8.

21.Cerio R, et al. Mechanism of action and clinical benefits of colloidal oatmeal. J Drugs Dermatol. 2010;9(9):1116-20.

22.Ebner F, et al. Topical use of dexpanthenol in skin disorders. Am J Clin Dermatol. 2002;3(6):427-33.

23.Shukla A, et al. Centella asiatica and wound healing. J Ethnopharmacol. 1999;65(1):1-11.

24.Savić VL, et al. Allantoin and wound healing. Molecules. 2021;26(22):6897.

25.Johansen JD. Fragrance allergy. Contact Dermatitis. 2003;48(1):1-10.

26.Sasseville D. Hypersensitivity to preservatives. Dermatol Ther. 2004;17(3):251-63.

27.Guo S, Dipietro LA. Factors affecting wound healing. J Dent Res. 2010;89(3):219-29.

..

Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης

Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης
Iατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος

Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιατρικός Συγγραφέας, Ιατρικός Ερευνητής 

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ: Ιατρική Έρευνα, Συμπληρωματική Ιατρική

Διεύθυνση: ΦΛΑΜΠΟΥΡΟ ΛΟΥΤΡΑΚΙΟΥ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ
Τηλ: 6944280764, Email: pharmage@otenet.gr
www.gelis.gr, www.pharmagel.gr , www.orlpedia.gr , www.allergopedia.gr, d3gkelin.gr, www.vitaminb12.gr, www.zinc.gr, www.curcumin.gr

Αικατερίνη Γκέλη
Αικατερίνη Γκέλη
Ιατρός, Ακτινοδιαγνώστρια
 Άσσος, Κορίνθου.
Εχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη διαγνωστική με υπερήχους, κλασσική ακτινολογία παίδων και ενηλίκων, γναθοπροσωπική ακτινολογία, περιβαλλοντική ιατρική, ιατρική διατροφολογία, συμπληρωματική ιατρική.