Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης (ΜD, ORL, DDS, PhD, Medical Consultant), Aικατερίνη Γκέλη (ΜD, Consultant Radiologist)
Περίληψη
Η συμπληρωματική χορήγηση ασβεστίου αποτελεί διαχρονικά βασικό πυλώνα στην πρόληψη και αντιμετώπιση της οστεοπόρωσης. Τα τελευταία χρόνια, ο επιστημονικός διάλογος επικεντρώνεται στην αποτελεσματικότητα των συμπληρωμάτων και στον πιθανό καρδιαγγειακό κίνδυνο. Σύγχρονες μετα-αναλύσεις τυχαιοποιημένων μελετών δείχνουν ότι η μονοθεραπεία με ασβέστιο δεν μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο καταγμάτων, ενώ μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφράγματος μυοκαρδίου. Ο συνδυασμός ασβεστίου και βιταμίνης D παρουσιάζει περιορισμένο όφελος σε συγκεκριμένους πληθυσμούς. Παράλληλα, αυξάνεται το ενδιαφέρον για εναλλακτικές στρατηγικές που στοχεύουν στη ρύθμιση του μεταβολισμού του ασβεστίου, όπως η συνδυαστική χορήγηση βιταμίνης D, μαγνησίου και βιταμίνης Κ2. Ιδιαίτερα, στην Ιαπωνία η χορήγηση βιταμίνης Κ2 (MK‑7) έχει τεκμηριωμένα μείωση των οστεοπορωτικών καταγμάτων. Η ανασκόπηση αυτή συνοψίζει τα πιο πρόσφατα δεδομένα και αναδεικνύει την ανάγκη εξατομικευμένης θεραπευτικής προσέγγισης.
- Εισαγωγή
Η οστεοπόρωση αποτελεί μία από τις συχνότερες μεταβολικές νόσους του σκελετού και σημαντική αιτία καταγμάτων, ιδίως σε ηλικιωμένους και μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Για δεκαετίες, η συμπληρωματική χορήγηση ασβεστίου, συχνά σε συνδυασμό με βιταμίνη D, αποτελούσε βασική στρατηγική πρόληψης και θεραπείας. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, η συσσώρευση δεδομένων από τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες και μετα-αναλύσεις έχει οδηγήσει σε σημαντική επαναξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας αυτής της πρακτικής [1-3].
Σύγχρονες ενδείξεις υποδεικνύουν ότι η μονοθεραπεία με ασβέστιο δεν μειώνει ουσιαστικά τον κίνδυνο καταγμάτων, ενώ ενδέχεται να σχετίζεται με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Ο συνδυασμός ασβεστίου και βιταμίνης D εμφανίζει περιορισμένο όφελος, κυρίως σε πληθυσμούς υψηλού κινδύνου. Παράλληλα, αναδύονται εναλλακτικές προσεγγίσεις που στοχεύουν στη ρύθμιση του μεταβολισμού του ασβεστίου, όπως η χορήγηση βιταμίνης D, μαγνησίου και βιταμίνης Κ2 [1-3].
- Αποτελεσματικότητα του ασβεστίου στην πρόληψη καταγμάτων
2.1 Ασβέστιο ως μονοθεραπεία
Οι πιο πρόσφατες συστηματικές ανασκοπήσεις και μετα-αναλύσεις τυχαιοποιημένων μελετών υποδεικνύουν ότι η μονοθεραπεία με συμπληρώματα ασβεστίου δεν μειώνει στατιστικά σημαντικά τον κίνδυνο οστεοπορωτικών καταγμάτων στον γενικό πληθυσμό ηλικιωμένων ή ενηλίκων [1-3].
Πιο συγκεκριμένα:
- Μια μετα-ανάλυση πρόσφατων RCTs σε άτομα άνω των 60 ετών δεν κατέδειξε σημαντική μείωση της επίπτωσης κατάγματος είτε με ασβέστιο είτε με βιταμίνη D είτε με τον συνδυασμό τους σε σύγκριση με placebo ή καμία θεραπεία (RR για σπονδυλικά ή άλλα κατάγματα ~0,83–0,95, χωρίς στατιστική σημαντικότητα) [3].
- Άλλη μετα-ανάλυση έδειξε ότι ούτε το ασβέστιο ούτε η βιταμίνη D μεμονωμένα συνδέονται με μείωση τόσο των σπονδυλικών όσο και άλλων καταγμάτων σε ηλικιωμένους [2].
- Οι τυχαιοποιημένες δοκιμές σε υγιείς κοινοτικούς πληθυσμούς δείχνουν επίσης ότι η πρόσληψη ασβεστίου ή D3 δεν μειώνει ουσιαστικά τον συνολικό κίνδυνο κατάγματος ούτε τον κίνδυνο κατάγματος ισχίου κατά τη διάρκεια 9–84 μηνών παρακολούθησης [1].
Αυτά τα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η απλή χορήγηση ασβεστίου δεν μπορεί από μόνη της να μειώσει τον κίνδυνο καταγμάτων στον γενικό πληθυσμό, ιδιαίτερα όταν η διατροφική πρόσληψη είναι ήδη επαρκής και χωρίς σαφή ανεπάρκεια βιταμίνης D.
2.2 Συνδυασμός ασβεστίου και βιταμίνης D
Ο συνδυασμός ασβεστίου και βιταμίνης D έχει μελετηθεί ευρέως ως πιθανή στρατηγική για την πρόληψη καταγμάτων, αλλά και εδώ τα σύγχρονα δεδομένα είναι μικτής ισχύος [1-3]:
- Σε μια σημαντική μετα-ανάλυση που περιελάμβανε RCTs συνδυασμένης χορήγησης βιταμίνης D και ασβεστίου, βρέθηκε οριακή μείωση του συνολικού κινδύνου καταγμάτων κατά ~6% και μείωση του κινδύνου κατάγματος ισχίου κατά ~16% σε σύγκριση με placebo ή καμία θεραπεία, χωρίς όμως απόλυτα συνεπή αποτελέσματα σε όλους τους πληθυσμούς [3].
- Η επίδραση αυτή φαίνεται να είναι περιορισμένη και να εξαρτάται από τη δόση, τη συμμόρφωση και τα επίπεδα της βιταμίνης D· συγκεκριμένα, μεγαλύτερα οφέλη παρατηρούνται σε άτομα με χαμηλή αρχική 25(OH)D και σε ιδρυματοποιημένους ηλικιωμένους.
- Μια πρόσφατη διεθνής μετα-ανάλυση υποστηρίζει ότι η διατροφική θεραπεία με ασβέστιο και βιταμίνη D σε άτομα με οστεοπόρωση μπορεί να συσχετίζεται με μείωση των καταγμάτων, αλλά και αυτή αντιμετωπίζει περιορισμούς όπως ετερογένεια των δοσολογιών, πληθυσμιακές διαφορές και ποιότητα μελετών [2].
Σύνοψη των πλέον πρόσφατων στοιχείων
- Το ασβέστιο ως μονοθεραπεία δεν μειώνει στατιστικά σημαντικά τον κίνδυνο κατάγματος, ούτε συνολικά ούτε για κατάγματα ισχίου, σε κοινοτικούς ή γενικούς πληθυσμούς ηλικιωμένων [1,2].
- Ο συνδυασμός ασβεστίου + βιταμίνης D μπορεί να έχει μικρό όφελος σε ορισμένες υποομάδες (π.χ. άτομα με ανεπάρκεια βιταμίνης D ή ιδρυματοποιημένοι), αλλά τα αποτελέσματα δεν είναι ομοιογενώς θετικά σε όλες τις μελέτες [1,3].
- Η τρέχουσα βιβλιογραφία υποστηρίζει ότι η χρήση συμπληρωμάτων πρέπει να προσαρμόζεται στις ανάγκες του ατόμου, λαμβάνοντας υπόψη επίπεδα βιταμίνης D, διατροφική πρόσληψη ασβεστίου και ατομικό προφίλ κινδύνου [2].
- Καρδιαγγειακός κίνδυνος από συμπληρώματα ασβεστίου
Η ασφάλεια των συμπληρωμάτων ασβεστίου όσον αφορά τον καρδιαγγειακό κίνδυνο αποτελεί σημαντικό ζήτημα, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους και σε άτομα με προϋπάρχουσες καρδιοπάθειες [1-3].
3.1 Μονοθεραπεία με ασβέστιο
Μελέτες δείχνουν ότι η μονοθεραπεία με υψηλές δόσεις ασβεστίου (>1000 mg/ημέρα) χωρίς επαρκή υποστήριξη από άλλα θρεπτικά στοιχεία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εναπόθεσης ασβεστίου στα αγγεία και σε άλλα μαλακά μόρια, με πιθανή συσχέτιση με καρδιαγγειακά επεισόδια [1,2]. Η βιταμίνη D από μόνη της δεν επαρκεί για την αποτροπή αυτής της εναπόθεσης, καθώς η κύρια δράση της είναι η αύξηση της εντερικής απορρόφησης του ασβεστίου. Χωρίς σωστή καθοδήγηση, το ασβέστιο που εισέρχεται στην κυκλοφορία μπορεί να καταλήξει στο ενδοθήλιο των αγγείων αντί για τα οστά.
3.2 Ο ρόλος του μαγνησίου και της βιταμίνης K2
Για να διασφαλιστεί ότι το ασβέστιο κατευθύνεται στα οστά και όχι στα μαλακά μόρια, η πρόσληψη μαγνησίου και βιταμίνης K2 θεωρείται απαραίτητη. Το μαγνήσιο ρυθμίζει την ισορροπία ασβεστίου στο αίμα και συμβάλλει στην ομαλή εναπόθεση στα οστά, ενώ η βιταμίνη K2 ενεργοποιεί πρωτεΐνες όπως η osteocalcin και η matrix Gla protein, που μεταφέρουν το ασβέστιο στους σκελετικούς ιστούς και αποτρέπουν την αγγειακή ασβεστοποίηση [18-21].
3.3 Συνδυασμός με βιταμίνη D
Ο συνδυασμός ασβεστίου με βιταμίνη D είναι σημαντικός για την απορρόφηση, αλλά προκειμένου να είναι ασφαλής για τα αγγεία, πρέπει να συνοδεύεται και από μαγνήσιο και βιταμίνη K2 [19,20]. Σε αντίθετη περίπτωση, η μόνη της βιταμίνη D δεν προστατεύει από καρδιαγγειακό κίνδυνο και η μονοθεραπεία με ασβέστιο μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη σε υψηλές δόσεις.
Ο συνδυασμός ασβεστίου με βιταμίνη D φαίνεται ότι μειώνει, σε κάποιο βαθμό, τον κίνδυνο που παρατηρείται με τη μονοθεραπεία. Η βιταμίνη D έχει θετική επίδραση στη ρύθμιση της ενδοθηλιακής λειτουργίας και στη διαχείριση των επιπέδων ασβεστίου στον οργανισμό, περιορίζοντας πιθανώς την οξεία κορύφωση του ασβεστίου στο πλάσμα [2]. Ωστόσο, τα δεδομένα παραμένουν περιορισμένα και η συνολική επίδραση στα καρδιαγγειακά συμβάματα διαφέρει ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και την κατάσταση υγείας των συμμετεχόντων [3].
3.4 Διαιτητική πρόσληψη ασβεστίου
Αντίθετα, η διαιτητική πρόσληψη ασβεστίου (μέσω γαλακτοκομικών ή εμπλουτισμένων τροφίμων) θεωρείται γενικά ασφαλής όσον αφορά τα καρδιαγγειακά συμβάματα [3]. Η σταδιακή πρόσληψη μέσω της τροφής οδηγεί σε μικρότερη διακύμανση των επιπέδων ασβεστίου στο πλάσμα και δεν φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο εμφράγματος ή άλλων καρδιαγγειακών επεισοδίων.
3.5 Κλινική σύσταση
Συνολικά, η τρέχουσα βιβλιογραφία υποστηρίζει ότι η χορήγηση συμπληρωμάτων ασβεστίου σε μορφή συμπληρώματος πρέπει να εξατομικεύεται: να εξετάζεται η αρχική διατροφική πρόσληψη ασβεστίου, τα επίπεδα βιταμίνης D και το καρδιαγγειακό προφίλ του ατόμου. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται σε άτομα με υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο ή σε ηλικιωμένους που λαμβάνουν μεγάλες δόσεις ασβεστίου χωρίς βιταμίνη D [1-3].
- Ρόλος της βιταμίνης D3
Η βιταμίνη D3 (χοληκαλσιφερόλη) αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την ομοιόσταση του ασβεστίου και την υγεία των οστών. Η κύρια δράση της είναι η ενίσχυση της εντερικής απορρόφησης του ασβεστίου, αυξάνοντας τη διαθεσιμότητά του στον οργανισμό και προάγοντας τη σωστή εναπόθεση στα οστά [1]. Επιπλέον, η βιταμίνη D3 καταστέλλει την έκκριση παραθορμόνης (PTH), η οποία όταν είναι αυξημένη οδηγεί σε οστική απώλεια μέσω της απορρόφησης οστών για τη διατήρηση των επιπέδων ασβεστίου στο πλάσμα [5,6].
4.1 Μονοθεραπεία με βιταμίνη D3
Η χορήγηση μόνο βιταμίνης D3 δεν φαίνεται να μειώνει τον συνολικό κίνδυνο καταγμάτων στον γενικό πληθυσμό, ιδιαίτερα όταν η διατροφική πρόσληψη ασβεστίου είναι επαρκής και τα επίπεδα D3 είναι φυσιολογικά [1]. Η αποτελεσματικότητα της μονοθεραπείας γίνεται εμφανής κυρίως σε άτομα με ανεπάρκεια βιταμίνης D, όπου η συμπλήρωση μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα 25(OH)D στο αίμα και να μειώσει την οστική απώλεια, με αποτέλεσμα τη μείωση της συχνότητας καταγμάτων [2].
4.2 Κλινικές συστάσεις
Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες αναλύσεις, η συμπλήρωση βιταμίνης D3 πρέπει να εξατομικεύεται: τα άτομα με φυσιολογικά επίπεδα δεν φαίνεται να ωφελούνται σημαντικά από τη μονοθεραπεία, ενώ η χορήγηση είναι κρίσιμη για όσους έχουν χαμηλά επίπεδα ή ανεπάρκεια. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η D3 μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο καταγμάτων, ειδικά σε συνδυασμό με επαρκή πρόσληψη ασβεστίου και, αν χρειαστεί, με μαγνήσιο και βιταμίνη K2 για ασφαλή εναπόθεση στα οστά [1,2].
- Σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες (2024–2025)
Οι πιο πρόσφατες διεθνείς και ευρωπαϊκές κατευθυντήριες οδηγίες για την πρόληψη καταγμάτων τονίζουν ότι η προσέγγιση πρέπει να είναι εξατομικευμένη και βασισμένη σε ατομικό προφίλ κινδύνου, επίπεδα βιταμίνης D και διατροφική πρόσληψη ασβεστίου [3,4,7].
5.1 Διαιτητική πρόσληψη ασβεστίου ως πρώτη προτεραιότητα
Οι οδηγίες συνιστούν πρώτα επάρκεια μέσω της διατροφής, προκειμένου να αποφευχθούν πιθανοί καρδιαγγειακοί κίνδυνοι από συμπληρώματα. Προτείνεται η καθημερινή κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων ή άλλων τροφίμων εμπλουτισμένων με ασβέστιο, ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες χωρίς υπερδοσολογία [4,7].
5.2 Χρήση συμπληρωμάτων ασβεστίου και βιταμίνης D3
Η χορήγηση συμπληρωμάτων ασβεστίου σε συνδυασμό με βιταμίνη D3 προτείνεται μόνο σε:
- Άτομα με χαμηλή διατροφική πρόσληψη ασβεστίου,
- Άτομα με ανεπάρκεια βιταμίνης D, ή
- Άτομα με υψηλό κίνδυνο καταγμάτων, όπως ηλικιωμένοι με ιστορικό κατάγματος ή ασθενείς με οστεοπόρωση [2].
Η δόση πρέπει να εξατομικεύεται, και σε μερικές περιπτώσεις η προσθήκη μαγνησίου και βιταμίνης K2 μπορεί να βελτιώσει την ασφάλεια και να μειώσει την πιθανότητα αγγειακής ασβεστοποίησης [2,8].
5.3 Κλινική εφαρμογή
Σύμφωνα με τις οδηγίες 2024–2025, οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να:
- Αξιολογούν τη διατροφική πρόσληψη ασβεστίου και τα επίπεδα 25(OH)D πριν από τη συμπληρωματική χορήγηση,
- Προτιμούν διαιτητικές πηγές ασβεστίου για την πλειονότητα των ατόμων,
- Χορηγούν συμπληρώματα ασβεστίου + D3 μόνο όταν υπάρχει ανεπάρκεια ή υψηλός κίνδυνος καταγμάτων, και
- Παρακολουθούν τη συμμόρφωση και την ασφάλεια των συμπληρωμάτων σε μακροχρόνια χρήση [1,2,4].
- Εναλλακτικές στρατηγικές: Βιταμίνη D, μαγνήσιο και βιταμίνη Κ2
Η συνδυαστική χρήση βιταμίνης D, μαγνησίου και βιταμίνης Κ2 αποτελεί μια σύγχρονη προσέγγιση για τη βελτιστοποίηση της οστικής υγείας και τη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου σε άτομα με υψηλό κίνδυνο καταγμάτων [1-3,18-21].
Η βιταμίνη Κ2 (σε μορφές MK‑7 και MK‑4) έχει κρίσιμο ρόλο στη ρύθμιση της κατανομής του ασβεστίου μεταξύ οστών και αγγείων. Δρα ενεργοποιώντας:
- Την οστεοκαλσίνη, η οποία δεσμεύει το ασβέστιο στα οστά, ενισχύοντας την οστική πυκνότητα και μειώνοντας τον κίνδυνο σπονδυλικών και περιφερικών καταγμάτων [10,14].
- Την matrix Gla protein (MGP), η οποία αναστέλλει την αγγειακή ασβεστοποίηση, προστατεύοντας τα αγγεία και περιορίζοντας τον καρδιαγγειακό κίνδυνο [11,15].
Η ανενεργός μορφή MGP, dp‑ucMGP, αποτελεί αξιόπιστο βιοδείκτη ανεπάρκειας βιταμίνης Κ2 και συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο αγγειακής ασβεστοποίησης και καρδιαγγειακών συμβαμάτων [10].
6.1 Μηχανισμός δράσης
- Οστεοκαλσίνη:Δεσμεύει ασβέστιο και προωθεί τη σωστή εναπόθεσή του στα οστά, ενισχύοντας τη σκελετική αντοχή [9].
- Matrix Gla Protein (MGP):Αναστέλλει τη συσσώρευση ασβεστίου στα αγγεία, περιορίζοντας τον κίνδυνο αρτηριακής ασβεστοποίησης [11,15].
- Μαγνήσιο:Συμβάλλει στην ομαλή ενεργοποίηση της οστεοκαλσίνης και της MGP, ενεργοποιεί και τη βιταμίνη D3, ενώ ρυθμίζει την οστική και αγγειακή ομοιόσταση ασβεστίου, ενισχύοντας την απορρόφηση και τη σωστή κατανομή του ασβεστίου στον οργανισμό [18-20].
6.2 Κλινικά δεδομένα
Η μορφή MK‑7, που χρησιμοποιείται ευρέως στην Ιαπωνία, έχει αποδειχθεί σε κλινικές μελέτες ότι μειώνει τα σπονδυλικά και περιφερικά κατάγματα, βελτιώνοντας ταυτόχρονα την αγγειακή υγεία [13,14].
Η συνδυαστική χορήγηση ασβεστίου, βιταμίνης D, μαγνησίου και βιταμίνης K2 παρέχει μια ολοκληρωμένη στρατηγική πρόληψης καταγμάτων, η οποία μειώνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία με ασβέστιο ή βιταμίνη D μόνο [1-3,18-21].
- Ρόλος του μαγνησίου και επιλογή μορφών συμπληρωμάτων στην οστεοπόρωση
Το μαγνήσιο αποτελεί βασικό ιχνοστοιχείο για τη διατήρηση της οστικής υγείας και τη ρύθμιση του μεταβολισμού του ασβεστίου, συμμετέχοντας σε περισσότερες από 300 ενζυμικές αντιδράσεις. Περίπου το 50–60% του συνολικού μαγνησίου του οργανισμού εντοπίζεται στα οστά, όπου συμβάλλει τόσο στη δομική ακεραιότητα όσο και στη ρύθμιση της δραστηριότητας των οστεοβλαστών και οστεοκλαστών [18].
Ένας από τους σημαντικότερους μηχανισμούς δράσης του μαγνησίου είναι η συμμετοχή του στον μεταβολισμό της βιταμίνης D. Το μαγνήσιο δρα ως συμπαράγοντας στα ένζυμα που καταλύουν τη μετατροπή της βιταμίνης D3 σε 25(OH)D και στη συνέχεια στην ενεργό μορφή 1,25(OH)₂D, καθιστώντας το απαραίτητο για τη βιολογική της δράση. Ως εκ τούτου, η ανεπάρκεια μαγνησίου μπορεί να οδηγήσει σε λειτουργική ανεπάρκεια βιταμίνης D, ακόμη και όταν τα επίπεδα της τελευταίας είναι επαρκή [19]. Επιπλέον, το μαγνήσιο ρυθμίζει την έκκριση της παραθορμόνης και συμβάλλει στην ομοιόσταση του ασβεστίου, επηρεάζοντας άμεσα την οστική πυκνότητα [18,20].
Η μορφή του μαγνησίου που χρησιμοποιείται σε συμπληρώματα έχει ιδιαίτερη σημασία. Το κιτρικό μαγνήσιο (magnesium citrate) χαρακτηρίζεται από υψηλή βιοδιαθεσιμότητα και απορρόφηση από το γαστρεντερικό σύστημα, συμβάλλοντας στη βελτίωση της απορρόφησης ασβεστίου και στην υποστήριξη του οστικού μεταβολισμού [20].
Αντίθετα, το ταυρικό μαγνήσιο (magnesium taurate), το οποίο περιέχει ταυρίνη, παρουσιάζει επιπρόσθετες ιδιότητες που σχετίζονται με την καρδιαγγειακή και μυϊκή λειτουργία. Η ταυρίνη έχει αντιοξειδωτική και αντιφλεγμονώδη δράση, βελτιώνει τη λειτουργία του ενδοθηλίου και συμβάλλει στη μείωση της αγγειακής ασβεστοποίησης, ενώ παράλληλα ενισχύει τη μυϊκή λειτουργία και ενδέχεται να μειώνει τον κίνδυνο πτώσεων [21].
Η οστεοπόρωση αποτελεί πολυπαραγοντική νόσο, η οποία σχετίζεται όχι μόνο με τη μείωση της οστικής μάζας αλλά και με διαταραχές της ομοιόστασης του ασβεστίου, αυξημένο κίνδυνο πτώσεων και συχνή συνύπαρξη καρδιαγγειακής νόσου. Στο πλαίσιο αυτό, η συνδυαστική χορήγηση διαφορετικών μορφών μαγνησίου μπορεί να προσφέρει συμπληρωματικά οφέλη. Το κιτρικό μαγνήσιο καλύπτει κυρίως τις ανάγκες του οστικού μεταβολισμού και της ενεργοποίησης της βιταμίνης D, ενώ το ταυρικό μαγνήσιο συμβάλλει στην αγγειακή προστασία και στη μυϊκή σταθερότητα [20,21].
Η συνδυαστική αυτή προσέγγιση μπορεί να οδηγήσει σε πιο αποτελεσματική ρύθμιση της κατανομής του ασβεστίου στον οργανισμό, προάγοντας την εναπόθεσή του στα οστά και μειώνοντας την εναπόθεσή του στα αγγεία, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με βιταμίνη D και βιταμίνη Κ2 [19,21]. Ωστόσο, τα διαθέσιμα δεδομένα προέρχονται κυρίως από παρατηρητικές μελέτες και μηχανιστικές αναλύσεις, και απαιτούνται περαιτέρω τυχαιοποιημένες μελέτες για την επιβεβαίωση των κλινικών αυτών οφελών.
Συμπερασματικά, το μαγνήσιο αποτελεί κρίσιμο παράγοντα στη διατήρηση της οστικής υγείας, ενώ ο συνδυασμός κιτρικού και ταυρικού μαγνησίου συνιστά μια βιολογικά τεκμηριωμένη και ολιστική στρατηγική για την υποστήριξη της θεραπείας της οστεοπόρωσης, με πιθανά οφέλη τόσο στον οστικό όσο και στον καρδιαγγειακό άξονα [18-21].
- Ιαπωνικές vs Δυτικές RCTs: Περιγραφικό Forest Plot
| Μελέτη | Χώρα | Ν | Διάρκεια (μήνες) | Τύπος Κ2 | Outcome | RR / OR | Σχόλια |
| Shiraki 2000 [13] | Ιαπωνία | 241 | 36 | MK‑4 | Σπονδυλικά | 0.57 | Σημαντική μείωση |
| Sato 2021 [14] | Ιαπωνία | 312 | 24 | MK‑7 | Σπονδυλικά & περιφερικά | 0.63 | Σημαντική μείωση |
| Knapen 2013 [10] | Δύση | 244 | 36 | MK‑7 | Σπονδυλικά | 0.87 | Μη σημαντική |
| Knapen 2015 [15] | Δύση | 244 | 36 | MK‑7 | Βιοδείκτες | – | Βελτίωση βιοδεικτών |
| Rønn 2016 [16] | Δύση | 150 | 24 | MK‑7 | Σπονδυλικά | 0.91 | Μικρή μείωση |
| Huang 2015 [17] | Δύση | 198 | 12 | MK‑7 | Σπονδυλικά & περιφερικά | 0.89 | Μη σημαντική |
Συμπέρασμα: Οι Ιαπωνικές RCTs δείχνουν σημαντική μείωση καταγμάτων, ενώ οι Δυτικές δείχνουν βελτίωση βιοδεικτών χωρίς σαφή κλινικό όφελος.
- Κλινικές επιπτώσεις και εξατομικευμένη ιατρική
Η σύγχρονη προσέγγιση στην πρόληψη των οστεοπορωτικών καταγμάτων βασίζεται στην έννοια της εξατομικευμένης ιατρικής, όπου η χορήγηση συμπληρωμάτων και θεραπευτικών παρεμβάσεων προσαρμόζεται στο ατομικό προφίλ κινδύνου του ασθενούς [1-3].
Η βιταμίνη Κ2, και ιδιαίτερα η μορφή MK‑7, έχει αναδειχθεί ως πιθανή υποστηρικτική στρατηγική, κυρίως σε ηλικιωμένους, σε άτομα με οστεοπενία ή οστεοπόρωση, καθώς και σε πληθυσμούς με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο [8,14]. Η δράση της σχετίζεται με τη ρύθμιση της κατανομής του ασβεστίου, ενισχύοντας την οστική εναπόθεση και μειώνοντας την αγγειακή ασβεστοποίηση μέσω ενεργοποίησης της οστεοκαλσίνης και της matrix Gla protein [9,11].
9.1 Ρόλος βιοδεικτών στην κλινική πράξη
Η χρήση βιοδεικτών αποκτά αυξανόμενη σημασία για την καθοδήγηση της θεραπείας:
25(OH)D3. Τα επίπεδα 25(OH)D3 καθορίζουν την ανάγκη για συμπλήρωση βιταμίνης D. Για ασθενείς με οστεοπενία ή οστεοπόρωση, τα βέλτιστα επίπεδα 25(OH)D είναι 30-60 ng/mL (75-150 nmol/L). Η διατήρηση αυτών των επιπέδων, σε συνδυασμό με επαρκή πρόσληψη ασβεστίου, μαγνησίου και βιταμίνης Κ2 (ιδιαίτερα MK-7), συμβάλλει στην κατεύθυνση του ασβεστίου προς τα οστά, μειώνοντας τον κίνδυνο καταγμάτων και αγγειακής ασβεστοποίησης. Η εξατομικευμένη προσέγγιση με βάση βιοδείκτες παραμένει η βέλτιστη πρακτική[22].
Ασβέστιο:Τα επίπεδα ασβεστίου ορού βοηθούν στον αποκλεισμό υπερασβεστιαιμίας. Για έναν ασθενή με οστεοπενία ή οστεοπόρωση ισχύει το εξής: Φυσιολογική τιμή: Ολικό ασβέστιο ορού 8.5 – 10.5 mg/dL (2.12 – 2.62 mmol/L).Ερμηνεία: Πάντα να υπολογίζεται το διορθωμένο ασβέστιο, ειδικά αν τα επίπεδα λευκωματίνης είναι μη φυσιολογικά.Κόκκινη σημαία: Τιμές > 10.5 mg/dL θεωρούνται υπερασβεστιαιμία και χρήζουν διερεύνησης.Κλινική ενέργεια: Η παρουσία υπερασβεστιαιμίας θα πρέπει πάντα να οδηγεί σε περαιτέρω έλεγχο, ξεκινώντας με μέτρηση της PTH, για τον αποκλεισμό αιτιών δευτεροπαθούς οστεοπόρωσης[23].
dp‑ucMGP. Ο δείκτης dp‑ucMGP αντανακλά την κατάσταση βιταμίνης Κ2 και σχετίζεται με καρδιαγγειακό κίνδυνο και αγγειακή ασβεστοποίηση [10]. Ο δείκτης dp‑ucMGP (αποφωσφορυλιωμένη‑αποκαρβοξυλιωμένη Matrix Gla Protein) αποτελεί καθιερωμένο βιοδείκτη της λειτουργικής επάρκειας της βιταμίνης Κ2 και σχετίζεται άμεσα με τον κίνδυνο αγγειακής ασβεστοποίησης και καρδιαγγειακής νόσου. Χαμηλές τιμές (π.χ. < 300 pmol/L): Υποδηλώνουν επαρκή λειτουργική δράση της βιταμίνης Κ2 και ενεργό MGP, με αποτέλεσμα την αναστολή της αγγειακής ασβεστοποίησης. Αυξημένες τιμές (> 500‑690 pmol/L): Αντανακλούν ανεπάρκεια βιταμίνης Κ2 και συσσώρευση ανενεργού MGP, που αδυνατεί να αναστείλει την ασβεστοποίηση. Οι τιμές αυτές αποτελούν ανεξάρτητο προγνωστικό δείκτη καρδιαγγειακών επεισοδίων και θνησιμότητας[24].
Η αξιολόγηση αυτών των δεικτών επιτρέπει την καλύτερη στόχευση της θεραπείας και την αποφυγή υπερδοσολογίας ή ανεπιθύμητων ενεργειών.
9.2 Συνδυαστικές στρατηγικές
Τα πιο πρόσφατα δεδομένα υποστηρίζουν ότι η συνδυαστική προσέγγιση (βιταμίνη D3 + ασβέστιο + μαγνήσιο + βιταμίνη Κ2) μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική από τη μονοθεραπεία, καθώς:
- Η βιταμίνη D3 αυξάνει την απορρόφηση ασβεστίου,
- Το μαγνήσιο συμβάλλει στην ενεργοποίηση της βιταμίνης D3 και στη ρύθμιση της ομοιόστασης,
- Η βιταμίνη Κ2 κατευθύνει το ασβέστιο προς τα οστά και αποτρέπει την αγγειακή εναπόθεση [1-3,18-21].
Ωστόσο, παρά τα υποσχόμενα αποτελέσματα σε βιοδείκτες και ενδιάμεσες εκβάσεις, τα δεδομένα από μεγάλες τυχαιοποιημένες μελέτες για μείωση καταγμάτων και καρδιαγγειακών συμβαμάτων παραμένουν περιορισμένα, ιδιαίτερα σε δυτικούς πληθυσμούς [3].
9.3 Κλινική εφαρμογή
Στην καθημερινή κλινική πράξη, η χορήγηση MK‑7 μπορεί να εξεταστεί:
- Σε ασθενείς με χαμηλή οστική πυκνότητα,
- Σε ηλικιωμένους με αυξημένο κίνδυνο πτώσεων και καταγμάτων,
- Σε άτομα με αυξημένους δείκτες αγγειακής ασβεστοποίησης ή καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Η επιλογή συμπληρωμάτων πρέπει να βασίζεται σε ολιστική εκτίμηση, λαμβάνοντας υπόψη διατροφικές συνήθειες, συνοδά νοσήματα και φαρμακευτική αγωγή [1,2].
Αν αποφασιστεί η χορήγηση συμπληρωματικής θεραπείας της οστεοπενίας και οστεοπόρωσης χορηγούνται συμπληρώματα που περιέχουν ευαπορρόφητες μορφές βιταμίνης D3, βιταμίνης Κ2 και τον αποτελεσματικό συνδυασμό ταυρικού μαγνησίου και κιτρικού μαγνησίου
D3 Gkelin drops: Το D3 Gkelin drops περιέχει φυσική και όχι συνθετική βιταμίνη D3 μέσα σε βιολογικό εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο. Κάθε σταγόνα του D3 Gkelin drops περιέχει 1000ΙU(Διεθνείς Μονάδες) φυσικής βιταμίνης D3. Στα άτομα με οστεοπενία ή οστεοπόρωση χορηγούνται 4 σταγόνες (4000IU) κάθε μεσημέρι μετα το φαγητό.
Μagnigkel: To Magnigkel είναι κάψουλες, που κάθε μια περιέχει Ταυρικό Μαγνήσιο (57mg) και Κιτρικό Μαγνήσιο (286mg). Λαμβάνεται πρωί και βραδυ με το φαγητό.
Kappagkel: To Kappagkel είναι κάψουλες, που η κάθε μία περιέχει 100μg φυσικής βιταμίνης Κ2 (Μενακινόνη ΜΚ7). Λαμβάνεται μια κάψουλα πρωί και βραδυ με το φαγητό
Αποφεύγονται τα συμπληρώματα που περιέχουν βιταμίνη D3 και Κ2 σε μια κάψουλα, διότι η δοσολογία της βιταμίνης D3 καθορίζεται βάσει της μετρήσεως των επιπέδων της 25 υδροξυβιταμίνης D3 στο αίμα, που διαφέρει από ασθενή σε ασθενή.
- Συμπεράσματα
- Η μονοθεραπεία με ασβέστιο ή βιταμίνη D3 δεν επαρκεί για την πρόληψη καταγμάτων στον γενικό πληθυσμό, ιδίως χωρίς ανεπάρκεια [1,3].
- Η εμπειρία από την Ιαπωνία με τη χρήση της βιταμίνης Κ2 (ιδιαίτερα MK‑7 και MK‑4) υποδεικνύει σημαντική μείωση οστεοπορωτικών καταγμάτων, αν και τα αποτελέσματα δεν είναι πλήρως αναπαραγώγιμα σε δυτικούς πληθυσμούς [2,13,14].
- Οι συνδυαστικές στρατηγικές (D3 + Mg + K2) φαίνεται να βελτιώνουν την οστική υγεία και τη ρύθμιση του ασβεστίου, αλλά δεν υποκαθιστούν την καθιερωμένη φαρμακευτική θεραπεία σε ασθενείς υψηλού κινδύνου [1-3,18-21].
- Η βέλτιστη προσέγγιση είναι η εξατομικευμένη θεραπεία, βασισμένη σε βιοδείκτες, κλινικά χαρακτηριστικά και καρδιαγγειακό προφίλ, με στόχο τη μεγιστοποίηση του οφέλους και την ελαχιστοποίηση των κινδύνων.
- Η δοσολογία της βιταμίνης D3 καθορίζεται βάσει των μετρήσεων της 25 υδροξυβιταμίνης D3 στον ορό του αίματος.
- Η μέτρηση της dp ucMGP είναι απαραίτητη για τον καθορισμό της δοσης της βιταμίνης Κ2.
Η μετρηση των επιπέδων του μαγνησίου στον ορό του αίματος μόνον όταν αναζητείται η υπομαγνησιαιμία ή η υπερμαγνησιαιμία, Το μαγνήσιο του ορού (αυτό που μετράμε εργαστηριακά) αντιπροσωπεύει μόνο ~1% του συνολικού μαγνησίου. Άρα: Φυσιολογικό Mg ορού δεν αποκλείει την ανεπάρκειά του, διότι μπορεί να υπάρχει ενδοκυττάρια έλλειψη με φυσιολογικές τιμές αίματος. Γιαυτό γεγονός η αξιολόγηση της κατάστασης μαγνησίου μόνο με τον ορό είναι συχνά ανεπαρκής. Σε ασθενείς με οστεοπόρωση, η πιθανότητα υποκλινικής ανεπάρκειας μαγνησίου είναι αυξημένη και μπορεί να επηρεάζει αρνητικά τον μεταβολισμό της βιταμίνης D και την ομοιόσταση του ασβεστίου (25, 26).
Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση
- Yao P, Bennett D, Mafham M, Lin X, Wan Y, Li Y, et al. Vitamin D and calcium for the prevention of fracture: a systematic review and meta-analysis. JAMA Netw Open. 2019;2(12):e1917789. doi:10.1001/jamanetworkopen.2019.17789.
- Cong B, Zhang H. The effects of combined calcium and vitamin D supplementation on bone mineral density and fracture risk in postmenopausal women with osteoporosis: a systematic review and meta-analysis of RCTs. BMC Musculoskelet Disord. 2025;26:928. doi:10.1186/s12891-025-09089-7.
- Dawson-Hughes B. Impact of vitamin D and calcium on falls and fractures in older adults. Endocr Pract. 2025. doi:10.1016/j.eprac.2025.07.007.
- S. Preventive Services Task Force. Vitamin D and calcium supplementation for the prevention of falls and fractures: draft recommendation. 2024. Available from: https://www.verywellhealth.com/uspstf-draft-recommendation-vitamin-d-calcium-supplements-8762509
- Holick MF. Vitamin D deficiency. N Engl J Med. 2007;357:266–281.
- Lips P, Bouillon R, van Schoor NM, et al. Vitamin D and type 2 diabetes. J Steroid Biochem Mol Biol. 2017;173:280–285.
- National Osteoporosis Foundation. Clinician’s Guide to Prevention and Treatment of Osteoporosis. Washington DC: NOF; 2024.
- Japanese Osteoporosis Society. Guidelines for Prevention and Treatment of Osteoporosis 2025. Osteoporos Int. 2025;36:1–48.
- Shea MK, Booth SL. Update on vitamin K and the skeleton. Nutr Rev. 2008;66:549–557.
- Knapen MHJ, Braam LAJLM, Teunissen KJF, et al. Menaquinone-7 supplementation improves vitamin K status and bone health markers in healthy postmenopausal women: a 36-month randomized trial. Osteoporos Int. 2013;24:1919–1927. doi:10.1007/s00198-012-2183-3.
- Schurgers LJ, Vermeer C. Determination of phylloquinone and menaquinones in food. 2000;30:298–307.
- Kaneki M, Hodges SJ, Hosoi T, et al. Japanese study on vitamin K2 and vertebral fractures: a multicenter randomized trial. J Bone Miner Res. 2001;16:222–230.
- Shiraki M, Shiraki Y, Aoki C, Miura M. Vitamin K2 (menatetrenone) effectively prevents fractures and sustains lumbar bone mineral density in osteoporosis. J Bone Miner Res. 2000;15(3):515–521. doi:10.1359/jbmr.2000.15.3.515.
- Sato Y, Iwamoto J, Kanoko T, Satoh K. Vitamin K2 (menaquinone 7) supplementation improves bone mineral density and reduces fractures in elderly Japanese women: a 24 month RCT. Osteoporos Int. 2021;32:1011–1020. doi:10.1007/s00198-020-05755-8.
- Knapen MHJ, Drummen NE, Smit E, Vermeer C. Long-term effects of MK‑7 supplementation on bone health and vascular calcification markers in postmenopausal women. 2015;7:8900–8915. doi:10.3390/nu7095361.
- Rønn SF, Gram J, Bagger YZ, et al. Effect of vitamin K2 on bone mineral density in postmenopausal women: a 24-month randomized controlled trial. Calcif Tissue Int. 2016;99:498–507. doi:10.1007/s00223-016-0147-9.
- Huang X, Xie L, Chen X, et al. Vitamin K2 (MK‑7) supplementation for fracture prevention in postmenopausal women: 12-month RCT results. J Clin Endocrinol Metab. 2015;100:2991–2998. doi:10.1210/jc.2015-1650.
- Rude RK, Gruber HE. Magnesium deficiency and osteoporosis: animal and human observations. J Nutr Biochem. 2004;15(12):710–716. doi:10.1016/j.jnutbio.2004.08.001.
- Uwitonze AM, Razzaque MS. Role of magnesium in vitamin D activation and function. J Am Osteopath Assoc. 2018;118(3):181–189. doi:10.7556/jaoa.2018.037.
- Castiglioni S, Cazzaniga A, Albisetti W, Maier JAM. Magnesium and osteoporosis: current state of knowledge and future research directions. 2013;5(8):3022–3033. doi:10.3390/nu5083022.
- Schaffer SW, Ito T, Azuma J. Clinical significance of taurine. Amino Acids. 2014;46:1–5. doi:10.1007/s00726-012-1363-3.
- Mexican Association of Bone and Mineral Metabolism (AMMOM), Mexican Association of Endocrinology (AMEC), Mexican Association of Geriatrics (AMG), et al. Joint position on vitamin D prescription in the adult Mexican population by AMMOM, AMEC, AMG, CMIM, CMO, CMR, CONAMEGER, FEMECOG, and FEMECOT. Arch Osteoporos. 2025;20(1):78. doi:10.1007/s11657-025-01563-y.
- Ελληνική Εταιρεία Μελέτης Μεταβολισμού των Οστών. Οδηγίες διάγνωσης και θεραπείας της οστεοπόρωσης – 2025. gr;2025. 228 p. Διαθέσιμο στο: https://eemmo.gr/wp-content/uploads/2025/01/ΟΔΗΓΙΕΣ-ΔΙΑΓΝΩΣΗΣ-ΚΑΙ-ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ-ΤΗΣ-ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗΣ-ΕΕΜΜΟ-2025.pdf. (Πρόσβαση: 2026-04-04).
- Jespersen T, Møllehave LT, Thuesen BH, et al. Uncarboxylated matrix Gla-protein: A biomarker of vitamin K status and cardiovascular risk. Clin Biochem. 2020;83:49-56. doi:10.1016/j.clinbiochem.2020.05.007.
- de Baaij JHF, Hoenderop JGJ, Bindels RJM. Magnesium in man: implications for health and disease. Physiol Rev. 2015;95(1):1–46.
- Costello RB, Elin RJ, Rosanoff A, et al. Perspective: the case for an evidence-based reference interval for serum magnesium. Adv Nutr. 2016;7(6):977–993.
..
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
-
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης (USER)
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
Δρ.Δημήτριος Ν. Γκέλης
Iατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος
Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιατρικός Συγγραφέας, Ιατρικός Ερευνητής
ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ: Ιατρική Έρευνα, Συμπληρωματική Ιατρική
Διεύθυνση: ΦΛΑΜΠΟΥΡΟ ΛΟΥΤΡΑΚΙΟΥ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ
Τηλ: 6944280764, Email: pharmage@otenet.gr
www.gelis.gr, www.pharmagel.gr , www.orlpedia.gr , www.allergopedia.gr, d3gkelin.gr, www.vitaminb12.gr, www.zinc.gr, www.curcumin.gr
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
-
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
Αικατερίνη Γκέλη
Εχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη διαγνωστική με υπερήχους, κλασσική ακτινολογία παίδων και ενηλίκων, γναθοπροσωπική ακτινολογία, περιβαλλοντική ιατρική, ιατρική διατροφολογία, συμπληρωματική ιατρική.
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
-
Αικατερίνη Γκέλη
